Sunday, March 18, 2018

Το μέλλον θα καθυστερήσει

Το κτήνος μέσα μας, ο ταξιτζής που γρυλίζει χρυσαυγίτικα,  ο Ερντογάν,  ο Πούτιν,  ο Καμμένος, το γαμημένο μας το σόι,  η Λέγκα του Βορρά,  οι Παοκτσήδες δικέφαλοι τρικέφαλοι γάβροι, η ζηλοφθονία και χαιρεκακία μας, ο Τραμπ αγκαλιά με τον Κιμ Γιογκ Ουν, το Brexit και ο γείτονας που φολιαζει αδέσποτα, η χαζογκόμενα που μας (γ)καβλώνει, οι μαλακοπίτουρες πολιτευτές, οι Καρντασιανς και οι τσιτωμενες στα μποτοξ κυράτσες, οι συμμορίες και οι μπράβοι των λεφτάδων,  οι λεφτάδες,  η άνοδος της ακροδεξιάς, οι κακές μας συνήθειες, οι κρυφο-πουστηδες αρχιμανδρίτες και οι ανοιχτο-φασίστες Άνθιμοι, οι νεο-φασκιωμένες Τουρκαλο-γερμανίδες και οι παλαιο-Ζορμπάδες εστιάτορες ντολμαδάκια κονσέρβα του Βερολίνου,  τα σκουπίδια μας... όλα είναι εδώ και ζητάνε την προσοχή μας. 

Θέλουμε να κοιτάξουμε αλλού,  να δούμε παρακάτω αλλά αυτά μας τραβάνε απ το μανίκι. Πάμε να τρέξουμε και μας βάζουν τρικλοποδιά. Μας αναγκάζουν να επιστρέψουμε σε αυτά,  να σκύψουμε,  να λυγίσουμε, να γυρίσουμε πίσω. Το παρελθόν φυγείν αδύνατον. Το μέλλον θα καθυστερήσει. Αναγκαστικά.  

Friday, March 9, 2018

Κωμωδία, τραγωδία, ρεαλισμός

Η δραματουργία (στο σινεμά ή στο θέατρο) έχει τρεις βασικούς τρόπους να "ανοίξει τα μάτια" του κόσμου: τον κωμικό, τον τραγικό και τον ρεαλιστικό.

Με τον κωμικό γελοιοποιεί τις κατεστημένες παραδοχές και κάνει τον κόσμο να ξεφύγει από τον σφιχτό τους εναγκαλισμό και να δει παραπέρα. Η κωμωδία μετέρχεται την άρση και δρα ανατρεπτικά, δείχνοντας την αντίθετη πλευρά από αυτήν που κοιτάζουν οι περισσότεροι, που ακολουθούν τους εκάστοτε συρμούς. Γι’ αυτό βάζει στόχο συχνά τις μόδες, τις επισημότητες, τους καθωσπρεπισμούς, τις σοβαροφάνειες, τις «κορεκτίλες», κλπ.  

Με τον τραγικό τρόπο η δραματουργία δείχνει τις καταστροφικές  συνέπειες της επιβολής των κατεστημένων παραδοχών και κάνει τον κόσμο να φοβηθεί και να κρατήσει απόσταση από αυτές. Η τραγωδία μετέρχεται την ακραία θέση, καθώς δρα επι-θετικά, ωθώντας τη εκάστοτε ισχύουσα θέση (εξουσία, καθεστώς, συρμό, θεσμό) στα άκρα. Δείχνει στην ίδια κατεύθυνση με αυτήν που πάνε τα πράγματα  και τα σπρώχνει να αποκαλύψουν τη βία τους.

Και η κωμωδία και η τραγωδία ασκούν κριτική στην πραγματικότητα, ενώ ο ρεαλισμός δείχνει την ίδια την πραγματικότητα, με τρόπο που ο κόσμος να τη συνειδητοποιεί. Ο ρεαλισμός μετέρχεται την απεικόνιση των πραγμάτων έτσι όπως είναι στ’ αλήθεια, (θετικά, αρνητικά, γελοία, σοβαρά, κλπ. - χωρίς καμία ωραιοποίηση ή κακοποίηση) παίζοντας τον ρόλο του καθρέφτη. Η ανάδειξη της αλήθειας μπορεί να είναι εξίσου απελευθερωτική, καθώς οι άνθρωποι δεν είναι στ’ αλήθεια αυτό που επικαλούνται οι ισχύουσες θέσεις και οι κατεστημένες παραδοχές.   

Βέβαια, για να λειτουργήσουν όλοι αυτοί οι τρόποι απελευθερωτικά, θα πρέπει οι δραματουργοί να έχουν επίγνωση του ρόλου τους και συνείδηση του έργου που επιτελούν είτε κάνουν κωμωδία είτε τραγωδία είτε ρεαλισμό.

Monday, March 5, 2018

100 par

Δεν ξέρω αν έχετε την ίδια αίσθηση με μένα αλλά έχω την εντύπωση ότι όλοι, από τη στιγμή της σύλληψής μας ως τη στιγμή του θανάτου μας, έχουμε ένα συγκεκριμένο ποσό ενέργειας στη διάθεσή μας ως μονάδες, το οποίο παραμένει ίδιο ως το τέλος και απλά αλλάζει ο τρόπος που διατίθεται.
Ας δώσουμε όνομα και αριθμό σε αυτό το ποσό και ας πούμε ότι λέγεται 100 par (από το par-ousia).
Αυτά τα 100 par διατίθενται ολοκληρωτικά στον κυτταρικό μας πολλαπλασιασμό τη στιγμή της πρωταρχικής μας σύλληψης (οπότε και γεννούνται ως ενέργεια παρουσίας) μέχρι που βγαίνουμε από τη μήτρα.
Μετά, αρχίζουν σιγά σιγά να μοιράζονται σε άλλες κατευθύνσεις. Πάνε κατά ένα ποσοστό στην αντίληψη του περιβάλλοντος (στη βρεφική ηλικία), μετά σε ένα άλλο ποσοστό στην εκμάθηση των τεχνικών επιβίωσης με το παιχνίδι (στη παιδική ηλικία), αργότερα αναλώνονται στον πειραματισμό της ενηλικίωσης (εφηβική ηλικία), κατόπιν διατίθενται στην παραγωγή, δημιουργία, διανόηση, κλπ. (στη μέση ηλικία) μέχρι που γίνονται αφηρημένοι αναλογισμοί και αναμνήσεις (στη γεροντική ηλικία).
Όσο λιγότερο απασχολούνται στην ανάπτυξη του σώματος και σε ζητήματα της ύλης τόσο περισσότερο αναλώνονται προς αφηρημένες, πνευματικές κατευθύνσεις ή το αντίθετο. Η εσωτερική, ποιοτική τους διάρθρωση ποικίλει, αλλά το ποσοτικό άθροισμά τους είναι πάντα το ίδιο: 100 par.
Έτσι αισθάνομαι. Αν αυτή η αίσθησή μου έχει κάποια βάση ισχύος (αν την έχουν κι άλλοι), τότε θα πρέπει να διερευνηθεί επιστημονικά (αν δεν έχει διερευνηθεί ήδη).
Το ερώτημα μάλιστα μπορεί να γενικευθεί. Μήπως αυτά τα 100 par ισχύουν για κάθε σύνολο που είναι συγκροτημένο ως μονάδα, δηλαδή, την ανθρωπότητα στο σύνολό της, τη γη την ίδια ως σύνολο, το ηλιακό μας σύστημα, το γαλαξία μας και για το ίδιο το σύμπαν;Αυτή η ενέργεια 100 par της όποιας μονάδας μήπως είναι αναλλοίωτη και σταθερή στο σύμπαν το ίδιο, το οποίο τη διοχετεύει μέσα σε κάθε μονάδα του, έτσι ώστε κάθε μέρος να είναι ταυτόχρονα και όλον;
Σε εμάς, για παράδειγμα, διοχετεύεται με τη συνάντηση του σπερματοζωαρίου με το ωάριο. Η ένωσή τους δεν είναι παρά το όχημα / κανάλι της διοχέτευσης των 100 par του κόσμου σε κάθε άτομο. Το άτομο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο μαζί της και με τον κόσμου που του την έδωσε, καθώς το άτομο δεν μπορεί να τη διατηρήσει αποσυνδεδεμένο από το περιβάλλον του (τον κόσμο/σύμπαν). Τρέφεται από αυτό, συνδέεται με αυτό (αναπνέει τον αέρα του, φωτίζεται από το φως του, κλπ.) και έτσι την κρατάει σταθερά και κρατιέται ταυτόχρονα από αυτή. Οπότε, από τη μια δεν είναι δική του (αφού την οφείλει στον κόσμο) αλλά είναι και δική του, μάλιστα εντελώς καταδική του και δεν πρόκειται να τη χάσει ούτε κατά 1 par, μέχρι που πεθαίνει. Η οριστική αποσύνδεσή του (με τον θάνατο) δεν σημαίνει τίποτε για την ενέργεια. Απλώς το άτομο αποσυνδέεται από αυτήν, σαν να βγαίνει από την πρίζα. Αυτή παραμένει σταθερά και είναι παντού η ίδια και σαν σύνολο (ο κόσμος όλος) και σαν κλάσμα (τα μέρη του κόσμου).
Το ίδιο το σύμπαν (ο όλος κόσμος) αποτελεί αυτή τη σταθερά και κάθε τι μέσα στο σύμπαν μετέχει αυτής. Γι αυτό η ενέργεια του κόσμου δεν χάνεται με τον θάνατο του ατόμου, αλλά ούτε αυξάνεται με τη γέννησή του, ούτε μειώνεται με τη χρήση της. Τίποτε δεν χάνεται ούτε κερδίζεται σε αυτόν τον κόσμο. Το σύμπαν είναι μια διαρκής αναγέννηση και ποιοτική μετάλλαξη της ίδιας σταθεράς.
Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από αυτό, είναι ότι δεν έχουμε να κερδίσουμε τίποτα ποσοτικά αλλά ποιοτικά, αφού εκεί παίζεται το παιχνίδι, στο ποιοτικό, στον τρόπο του Είναι, όχι στο είναι καθαυτό, σαν οντότητα, ποσότητα.
Όπως και το ότι όλα είναι ένα, κι εμείς ένα, οπότε ας χαλαρώσουμε κι ας αφεθούμε. Από αυτό ζούμε κι αυτό μας ζει. 

ΥΓ. Τώρα που το σκέφτομαι, ο αριθμός 100 βοηθάει στην ποσοστικοποίηση του καταμερισμού της μοναδο-ενέργειας ως προς το 100% της. Έτσι για παράδειγμα μπορούμε να λέμε ότι το παιδί δίνει το 60% των 100 par του στην ανάπτυξή του, 30% στη φαντασία και στο παιχνίδι και 10% σε εκτελεστικές εργασίες, ενώ ένας ενήλικας 60% σε εκτελεστικές εργασίες, 30% στην συντήρησή του και 10% στην φαντασία και στο παιχνίδι. Ή να λέμε ότι ένας αετός δίνει το 30 % στην όρασή του ή ένας σκύλος στην όσφρησή του, όταν ένας άνθρωπος δίνει μόνο το 3% σε αυτά και 30% στη νόησή του, κλπ.

ΥΓ2. Αυτό που αρχικά ήθελα να μοιραστώ είναι η αίσθηση ότι είμαστε όλοι ένα πράμα που κατέχει μια σταθερά ποσότητα ενέργειας, ίδια σε όλους και αναλλοίωτη όσο ζούμε. Αυτή η ποσότητα, που την ονόμασα 100 par, εντελώς συμβολικά, τροποποιείται ποιοτικά κατ άτομο και κατά ηλικία, έτσι που άλλοτε να γίνεται το ένα και άλλοτε το άλλο, αλλά δεν αλλάζει σαν ποσότητα. Το γεγονός ότι για να διατηρηθεί πρέπει να σχετιζόμαστε διαρκώς με τον κόσμο από τον οποίο και μέσα στον οποίο ζούμε δεν αλλάζει το δεδομένο. Αυτό με οδήγησε στη γενίκευση της αίσθησης ότι αυτό που ισχύει για εμάς, ισχύει για τα πάντα. Όλοι είμαστε ένα, κοινωνούμε το ίδιο ποσό των 100 par και κάνουμε κατ άτομο ή κατά είδος τις παραλλαγές που ορίζουν την ειδικότητα ή ατομικότητά μας, διαρθρώνοντας διαφορετικά τα ποσοστά ο καθένας χωριστά. Έτσι άλλος δίνει 20% στη σωματική δύναμη και άλλος στην νοητική, άλλος είναι 10% ερωτικός και 5 % υπολογιστικός, άλλος έχει 30% ταλέντο στη μουσική και χάνει στα οικονομικά και άλλος έχει μεγάλο ποσοστό στη λογιστική, κλπ. Είναι σαν οι ατομικότητες να διαμορφώνονται από τη διαφορετική εσωτερική διαρρύθμιση των 100 par που έχει ο καθένας. Κατ ανάλογο τρόπο παραλλάσσονται και τα ζωικά είδη μεταξύ τους, έτσι το λιοντάρι έχει 30 % μυϊκή δύναμη αλλά δεν έχει την ταχύτητα της αντιλόπης, το σκουλήκι δίνει μεγάλο ποσοστό στην υπόγεια διαβίωση, ο κάκτος στην ξηρασία, κλπ. Εντάξει, αγγίζω τους μύθους του Αισώπου με αυτά που λέω έτσι όπως τα λέω, αλλά και ο Αίσωπος έλεγε σοφά πράγματα με τα σύμβολά του.

Friday, March 2, 2018

Κρίνετε ίνα κριθείτε!

Μπορώ να διακρίνω εύκολα τα καλά και κακά μιας ταινίας, αλλά δυσκολεύομαι πολύ να τα αντιληφθώ στις δικές μου. Δεν έχω την απόσταση να τα διακρίνω. Χρειάζεται να περάσει καιρός για να τα καταλάβω (αν τα καταλάβω ποτέ).
Ο χρόνος μπορεί να δώσει την απόσταση να δω καθαρά,  αρκεί να έχω τα μάτια μου ανοιχτά. Πολύ καλύτερα θα ήταν, βέβαια, να τα δω στην ώρα τους. Θα είχα κερδίσει πολύτιμο χρόνο. Θα χρειαζόταν όμως η παρέμβαση ενός άλλου, κάποιου που θα έβλεπε απ έξω και θα διέκρινε τα καλά και τα κακά (όπως τα διακρίνω κι εγώ ως τρίτος).
Γι αυτό είναι τόσο σημαντική η κριτική - γιατί η ανοιχτή και καλοπροαίρετη κριτική όλων προς όλους θα μας είχε γλιτώσει από ένα σωρό ασχήμιες. Ασχήμιες που κουβαλάμε στην καμπούρα μας και δυσκολευόμαστε να τις δούμε χωρίς τα μάτια του άλλου για καθρέφτη.
Εδώ, αντίθετα από το χριστιανικό "μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε ", ισχύει το "κρίνετε και κριθείτε". Το πρώτο είναι γεμάτο φόβο και ενοχή, το δεύτερο  είναι τολμηρό και καλεί σε  άνοιγμα.
ΥΓ. Θα ήταν ιδιαίτερα γόνιμο να μιλούσαν ανοιχτά οι δημιουργοί μεταξύ τους,  καθώς αυτοί ξέρουν τη δουλειά από μέσα και καταλαβαίνουν πράγματα που οι απ'έξω δεν πιάνουν. Θα συνέδεαν έτσι την κριτική με τη δημιουργία και θα ξεπερνούσαν τους άγονους διαχωρισμούς που προκαλούν συχνά οι επαγγελματίες κριτικοί. 

Friday, January 26, 2018

«Τι θέλει να πει ο ποιητής» ή πώς η πρόθεση του δημιουργού καθορίζει μία ταινία

1. Κάθε ταινία έχει κάτι να πει.

2. Ακόμη και να μην έχει τίποτε να πει, κάτι λέει αυτό. Μπορεί να λέει ότι το μόνο που έχει να πει είναι η θέληση του δημιουργού της να κάνει μια ταινία. ‘Όποια ταινία να ’ναι, αρκεί να την κάνει. Για οποιοδήποτε λόγο. Για το βιογραφικό του, για τη φήμη του, για τη μαμά του, για να μετρήσει ερωτικά, για να βγάλει λεφτά, για να πάει σε φεστιβάλ, να δοξαστεί, κλπ. Το βαθύτερο κίνητρο του δημιουργού - η πρόθεσή του - σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι να μας πει κάτι, αλλά να πει οτιδήποτε θα έφτιαχνε μια ταινία που θα ανταποκρινόταν επιτυχώς στην όποια επιδίωξή του.
Οι ταινίες που γίνονται για κάποιον από τους παραπάνω λόγους, μπορούν να αξιολογηθούν βάσει αυτών. Έτσι, αν ο/η δημιουργός καταφέρει να βγάλει λεφτά, γκόμενα ή γκόμενο, να πάει σε φεστιβάλ, να κερδίσει βραβεία και αποδοχή από τη μαμά του/της, σημαίνει ότι η ταινία έχει πετύχει το στόχο της και πρέπει να αναγνωρίσουμε κάποια αρτιότητα στην κατασκευή της. Αρκεί να καταλάβουμε τις επιδιώξεις της και να την αξιολογήσουμε ανάλογα.
Είναι σημαντικό να καταλάβουμε αν μια ταινία ανήκει στο τίποτα ή στο κάτι έχει να πει. Αυτό είναι το πρώτο γενικό ξεσκαρτάρισμα, σε μια σειρά από άλλα που ακολουθούν, μέχρι να βρούμε μια ταινία που έχει κάτι σημαντικό να πας πει, με τον τρόπο της.

3. Το πρώτο, «χοντρό» ξεσκαρτάρισμα είναι εύκολο με τις ταινίες που έχουν καθαρά εμπορική χροιά και δεν αποσκοπούν πουθενά αλλού από το box office. Σε αυτές τον κύριο ρόλο τον έχει ο παραγωγός και ο διανομέας, που καθορίζουν το προϊόν βάσει των προοπτικών εισπρακτικής επιτυχίας του. Εδώ το κίνητρο της κατασκευής των ταινιών είναι σαφές και κανένα μπέρδεμα.
Ακόμη κι όταν βασίζονται σε σκηνοθέτες με όραμα, άριστους συντελεστές, άψογους ηθοποιούς και συναρπαστικά σενάρια, αυτό που τις καθορίζει είναι η στόχευση στη τσέπη στου θεατή, έστω κι αν για την κερδίσουν πρέπει να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του με τα υποτιθέμενα νοήματα που υποδύονται οι ιστορίες τους. Επειδή δεν έχουν στην πραγματικότητα κάτι ουσιαστικό να πουν, ρίχνουν το βάρος στην κατασκευή και στο θέαμα. Μπορεί να φτιάχνουν ελκυστικές ταινίες, ενδιαφέρουσες ιστορίες και καθηλωτικά θεάματα, αλλά το κάνουν για να καταναλωθούν ως ψυχαγωγικά προϊόντα, χωρίς να ενδιαφέρονται να μεταδώσουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα στον θεατή.

3α. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις «εμπορικών ταινιών» που παίζουν με νοήματα δυνατά τα οποία ξεπερνούν τα καλούπια της εμπορικότητας και βγάζουν ταινίες μεγαλύτερης σημασίας από όση προϋπολογιζόταν (οι οποίες συνήθως βγαίνουν και έξω από τον προϋπολογισμό). Όπως υπάρχουν και πραγματικοί δημιουργοί σε αυτό το χώρο, που υπερβαίνουν τη σκοπιμότητα του κέρδους για να εκφράσουν κάτι, σπάζοντας τις δεσμεύσεις της αγοράς και σπρώχνοντας τις ιστορίες τους στα όρια μέχρι να βγάλουν κάποιο νόημα (όπως έσπρωξε, για παράδειγμα, ο Κόπολα το «Αποκάλυψη Τώρα» και το έφτασε στα βάθη της ζούγκλας).

4. Το ξεσκαρτάρισμα είναι κάπως πιο δύσκολο με το λεγόμενο ποιοτικό σινεμά (art house) και τις ταινίες του δημιουργού (cinema dauteur), που διατείνονται ότι αποσκοπούν σε κάτι άλλο από το ταμείο, καθώς πρέπει να πείσουν ότι εκφράζουν κάτι τις, το οποίο αν αναγνωριστεί ως σημαντικό θα φέρει αναγνώριση και στους δημιουργούς.
Το μπέρδεμα εδώ έγκειται στη σύγχυση της ατομικής επιδίωξης με την προσωπική έκφραση, καθότι για να αναγνωριστεί ο δημιουργός ως ποιοτικός πρέπει να εκφράζει κάτι προσωπικό που να πείθει για την αυθεντικότητά του. Αυτό οδηγεί πολλούς που κινούνται σε αυτό χώρο να υποδύονται την προσωπική έκφραση, για να επιτύχουν την ατομική επιδίωξη. Συχνά, αυτό δεν γίνεται συνειδητά. Ο δημιουργός διατείνεται ότι θέλει να εκφράσει κάτι με την ταινία του, ενώ κατά βάθος τον νοιάζει κάτι άλλο, αλλά δεν το συνειδητοποιεί.

Το καθοριστικό σημείο βρίσκεται στο έναυσμα της ταινίας, στην πρόθεση της δημιουργίας της:

 Γιατί θέλει κάποιος να κάνει μια ταινία; Τι θέλει να πει;

Αν η πραγματική/μύχια  πρόθεσή του είναι να την κάνει για να πετύχει κάτι και όχι να πει κάτι, τότε ό,τι και να κάνει για να πείσει για την αυθεντικότητά της θα είναι κάλπικο. Οι «κάλπικες» ταινίες μπορεί να είναι πάρα πολλές, καθότι δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές. Το κίνητρο τους είναι συνήθως κρυμμένο, ενώ, ακολουθώντας τις εκάστοτε καλλιτεχνικές μόδες, βραβεύονται κι αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολη τη διάγνωσή τους.

4α. Μέσα σε αυτό το καλπονοθευτικό περιβάλλον, υπάρχουν πάντα αυθεντικοί δημιουργοί που προσπαθούν κάτι να εκφράσουν. Η αυθεντικότητα της έκφρασής τους βρίσκεται σε εκείνη τη αρχική στιγμή που συλλαμβάνουν μια ιδέα για τον κόσμο και κάνουν προσωπικό τους θέμα την κινηματογραφική της απόδοση. Αυτό που τους κινητοποιεί πρωταρχικά είναι αυτή η καθαρή στιγμή, έστω και αν ακολουθούν διάφορα μπερδέματα στη συνέχεια. Εάν καταφέρουν να ξεπεράσουν όλες τις δευτερεύουσες εμπλοκές και να αποδώσουν καθαρά και αποτελεσματικά τη γενεσιουργό τους ιδέα, τότε έχουμε μια ταινία που έχει κάτι να πει.

5. Αυτό που έχει να πει μια ταινία μπορεί να μην είναι πάντα κάτι ρητό. Υπάρχουν ταινίες που εκφράζουν μιαν αίσθηση του κόσμου και όχι μιαν άποψη για τον κόσμο. Εάν κινούνται στη διαισθητική περιοχή και ακολουθούν διαδρομές ποιητικής γραφής, έχουν μια ρευστότητα που δεν περιγράφεται εύκολα με τα λόγια.
Οι ποιητικές ταινίες μπορούν να αξιολογηθούν μόνο διαισθητικά, με το κατά πόσο διεγείρουν χορδές της ψυχής μας παράγοντας αισθήματα μοναδικά. Αν μας αγγίζουν, τότε κάτι μας λένε.

6. Οι αφηγηματικές ταινίες, που είναι και οι περισσότερες, λένε κάποιες ιστορίες (και όχι ποιήματα, όπως οι ποιητικές). Ανεξάρτητα εάν είναι πραγματικές ή φανταστικές, πρόκειται για ιστορίες με αρχή μέση και τέλος (όπως στα μυθιστορήματα).
Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί οι δημιουργοί θέλουν να μας πουν μια ιστορία. Τι θέλουν να μας πουν με αυτήν. Γιατί αυτή και όχι άλλη. Τα ερωτήματα αυτά πρέπει να απαντηθούν με ανάλογο αφηγηματικό τρόπο, δηλαδή με λόγια. Δεν είναι ποιητικής φύσεως, αλλά ρητής. Οι δημιουργοί πρέπει να μπορούν να απαντήσουν στην ερώτηση.
Ακόμη και αν η απάντησή τους είναι «δεν έχω τίποτα να πω, πέρα από το να αφηγηθώ μια ιστορία κινηματογραφική» (που να συναρπάζει, να συγκινεί, να τρομοκρατεί, να χαροποιεί, να βγάζει γέλιο, κλπ.) είναι κι αυτή μια απάντηση που μπορεί να αξιολογηθεί ανάλογα (δηλαδή κατά πόσο μας συναρπάζει, μας συγκινεί, κλπ.)  Όμως και σε αυτές τις απλοϊκές περιπτώσεις, η ιστορία θέλει κάτι να πει. Όταν ο δημιουργός της διαλέγει αυτόν τον χαρακτήρα και όχι τον άλλον, αυτήν τη δράση και όχι την άλλη, ακολουθεί κάποια αξιολογικά κριτήρια που σημαίνουν κάτι. Ακόμη και να μην επινοεί την ιστορία, αλλά να την αντιγράφει από την πραγματικότητα, είναι η ίδια η πραγματικότητα και οι ιστορίες της που μας λένε κάτι. Το ότι αυτός δεν μπήκε στον κόπο να το ψάξει, σημαίνει μάλλον ότι έχουμε ένα δημιουργό που δεν είναι ιδιαίτερα ψαγμένος και μια ταινία δεν έχει κάτι να μας να πει, πέρα από τα αυτονόητα.

6α. Περνάμε έτσι στο επόμενο στάδιο ξεδιαλέγματος. Αυτό των αφηγηματικών ταινιών (καλλιτεχνικών ή εμπορικών) που έχουν κάτι να πουν και το λένε. Εδώ η αξιολόγηση βρίσκεται στο κατά πόσο αυτό που λένε έχει ενδιαφέρον. Αν είναι έξυπνο, ευαίσθητο, διαφωτιστικό, πρωτότυπο ή αποτελεί κοινοτυπία.

7. Τέλος, φτάνουμε σε εκείνες τις σπάνιες ταινίες που όχι μόνο έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν αλλά το εκφράζουν με τρόπο μοναδικό και έξοχο. Σε αυτές ο/η σκηνοθέτης/ις ενορχηστρώνει τις ερμηνείες των ηθοποιών και τη δουλειά των καλλιτεχνικών συντελεστών για να αποδώσουν το νόημα του έργου σε όλες τις διαστάσεις του, όχι μόνο τις νοητικές/νοηματικές (γνωστικές/ηθικές) αλλά και τις αισθητικές. Αγγίζουν έτσι πολύπλευρα τον θεατή, κάνοντας το έργο μια σύνθετη εμπειρία, τόσο νοητική όσο και συναισθηματική αλλά και αισθητική, μιαν εμπειρία αριστουργήματος.


Tuesday, January 23, 2018

Πού το πάει η πρωτοπορία.

Τα καλύτερα μυαλά που ξέρω έχουν αποστασιοποιηθεί από την Αριστερά και στέκονται κριτικά απέναντι στις επιλογές του "λαού". Αυτή η μετατόπιση της διανόησης (στη κυριολεκτική σημασία της) είναι πρωτοφανής. Συμβαίνει μετά από δύο τουλάχιστον αιώνες όπου κάθε προοδευτικός διανοούμενος εντασσόταν αυτόματα στον αριστερο-λαϊκό χώρο. Αυτός ο χώρος τώρα θεωρείται από τους περισσότερους οπισθοδρομικός. (Για τη Δεξιά ούτε λόγος. Την έχουν καταδικασμένη από γεννησιμιού της.) Οι αλλαγές που θα προκύψουν από αυτή τη μετατόπιση θα είναι μεγάλες. Δεν φαίνονται ακόμα γιατί δεν είναι πολλοί αυτοί οι νέοι διανοούμενοι (νέοι ποιοτικά και όχι ηλικιακά), χάνονται μέσα στο καθεστώς της παλιάς σκέψης (της παλαιο-προοδευτικής), είναι ακόμη παθητικοί και δεν έχουν βγει δυναμικά να εκφράσουν δημόσιο λόγο. Αποτελούν όμως την πρωτοπορία και θα διαμορφώσουν το αύριο. Το αύριο βέβαια μπορεί να αργήσει. Γι’ αυτό προτιμώ να το ζω τώρα και να κάνω παρέα, όσο πιο πολύ γίνεται, με αυτά τα μυαλά.

Saturday, January 13, 2018

Μαθήματα θανάτου

Πολλοί που βρίσκονται κοντά στο θάνατο τείνουν να φιλοσοφήσουν, βγάζοντας μερικά πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για εμάς τους ζωντανούς. Να χαιρόμαστε τη ζωή, να μοιραζόμαστε τα αγαθά της, να είμαστε καλοί και να μην είμαστε αχάριστοι, αδηφάγοι, κακοί. Σοφές φωνές, που γρήγορα θα σκεπαστούν από τη βοή της καθημερινότητάς μας.

Θα αγνοήσουμε όλα αυτά τα σοφά, για να αρχίσουμε πάλι τα συνηθισμένα, μέχρι ένας άλλος θάνατος να τα ξαναθυμίσει και πάλι να τα ξεχάσουμε, έως ότου ο δικός μας να τα υπογραμμίσει για τα καλά.

Ένα μέρος αυτής της αγνόησης είναι σημαντικό, γιατί η ίδια η ζωή το ζητάει. Να αγνοήσουμε το θάνατο, να κάνουμε τρέλες, να παραφερθούμε, να βγάλουμε τα απωθημένα μας, κλπ. Όλα αυτά φυσικά και κατανοητά. Υπάρχει όμως ένα όριο, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοούμε. Το αναπόφευκτο όριο που θέτει η προοπτική του θανάτου και μας υπενθυμίζουν όσοι το φτάνουν.

Αυτό το όριο, που φρενάρει την επεκτατικότητά μας και μας κάνει να επιστρέψουμε στο τώρα (για να το χαρούμε, μοιραστούμε, φροντίσουμε, κλπ.) τείνει να αγνοηθεί, όχι γιατί η ίδια η ζωή το ζητάει, αλλά επειδή το κοινωνικό μας σύστημα στηρίζεται στην επεκτατικότητα.

Αυτός είναι ο λόγος που οι φωνές των μελλοθάνατων τείνουν να ξεχαστούν τόσο γρήγορα. Είναι μεμονωμένες και δεν υποστηρίζονται κοινωνικά. Ζούμε σε κοινωνίες που απωθούν το θάνατο, εξορίζουν το γήρας και τη φθορά, τα συσκευάζουν σε αποθήκες μακριά από εμάς, για να κάνουν χώρο στην αδηφάγα επέκταση, που κινδυνεύει να φάει τον ίδιο τον πλανήτη και εμάς μαζί, για να ησυχάσουμε μια και καλή.

Οποιαδήποτε προσπάθεια ανάσχεσης αυτής της πορείας και στροφής μας σε ουσιώδη ζητήματα της ζωής, θα πρέπει να περιλαμβάνει την επαναφορά των μαθημάτων του θανάτου στα θρανία της καθημερινότητάς μας.