Friday, January 26, 2018

«Τι θέλει να πει ο ποιητής» ή πώς η πρόθεση του δημιουργού καθορίζει μία ταινία

1. Κάθε ταινία έχει κάτι να πει.

2. Ακόμη και να μην έχει τίποτε να πει, κάτι λέει αυτό. Μπορεί να λέει ότι το μόνο που έχει να πει είναι η θέληση του δημιουργού της να κάνει μια ταινία. ‘Όποια ταινία να ’ναι, αρκεί να την κάνει. Για οποιοδήποτε λόγο. Για το βιογραφικό του, για τη φήμη του, για τη μαμά του, για να μετρήσει ερωτικά, για να βγάλει λεφτά, για να πάει σε φεστιβάλ, να δοξαστεί, κλπ. Το βαθύτερο κίνητρο του δημιουργού - η πρόθεσή του - σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι να μας πει κάτι, αλλά να πει οτιδήποτε θα έφτιαχνε μια ταινία που θα ανταποκρινόταν επιτυχώς στην όποια επιδίωξή του.
Οι ταινίες που γίνονται για κάποιον από τους παραπάνω λόγους, μπορούν να αξιολογηθούν βάσει αυτών. Έτσι, αν ο/η δημιουργός καταφέρει να βγάλει λεφτά, γκόμενα ή γκόμενο, να πάει σε φεστιβάλ, να κερδίσει βραβεία και αποδοχή από τη μαμά του/της, σημαίνει ότι η ταινία έχει πετύχει το στόχο της και πρέπει να αναγνωρίσουμε κάποια αρτιότητα στην κατασκευή της. Αρκεί να καταλάβουμε τις επιδιώξεις της και να την αξιολογήσουμε ανάλογα.
Είναι σημαντικό να καταλάβουμε αν μια ταινία ανήκει στο τίποτα ή στο κάτι έχει να πει. Αυτό είναι το πρώτο γενικό ξεσκαρτάρισμα, σε μια σειρά από άλλα που ακολουθούν, μέχρι να βρούμε μια ταινία που έχει κάτι σημαντικό να πας πει, με τον τρόπο της.

3. Το πρώτο, «χοντρό» ξεσκαρτάρισμα είναι εύκολο με τις ταινίες που έχουν καθαρά εμπορική χροιά και δεν αποσκοπούν πουθενά αλλού από το box office. Σε αυτές τον κύριο ρόλο τον έχει ο παραγωγός και ο διανομέας, που καθορίζουν το προϊόν βάσει των προοπτικών εισπρακτικής επιτυχίας του. Εδώ το κίνητρο της κατασκευής των ταινιών είναι σαφές και κανένα μπέρδεμα.
Ακόμη κι όταν βασίζονται σε σκηνοθέτες με όραμα, άριστους συντελεστές, άψογους ηθοποιούς και συναρπαστικά σενάρια, αυτό που τις καθορίζει είναι η στόχευση στη τσέπη στου θεατή, έστω κι αν για την κερδίσουν πρέπει να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του με τα υποτιθέμενα νοήματα που υποδύονται οι ιστορίες τους. Επειδή δεν έχουν στην πραγματικότητα κάτι ουσιαστικό να πουν, ρίχνουν το βάρος στην κατασκευή και στο θέαμα. Μπορεί να φτιάχνουν ελκυστικές ταινίες, ενδιαφέρουσες ιστορίες και καθηλωτικά θεάματα, αλλά το κάνουν για να καταναλωθούν ως ψυχαγωγικά προϊόντα, χωρίς να ενδιαφέρονται να μεταδώσουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα στον θεατή.

3α. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις «εμπορικών ταινιών» που παίζουν με νοήματα δυνατά τα οποία ξεπερνούν τα καλούπια της εμπορικότητας και βγάζουν ταινίες μεγαλύτερης σημασίας από όση προϋπολογιζόταν (οι οποίες συνήθως βγαίνουν και έξω από τον προϋπολογισμό). Όπως υπάρχουν και πραγματικοί δημιουργοί σε αυτό το χώρο, που υπερβαίνουν τη σκοπιμότητα του κέρδους για να εκφράσουν κάτι, σπάζοντας τις δεσμεύσεις της αγοράς και σπρώχνοντας τις ιστορίες τους στα όρια μέχρι να βγάλουν κάποιο νόημα (όπως έσπρωξε, για παράδειγμα, ο Κόπολα το «Αποκάλυψη Τώρα» και το έφτασε στα βάθη της ζούγκλας).

4. Το ξεσκαρτάρισμα είναι κάπως πιο δύσκολο με το λεγόμενο ποιοτικό σινεμά (art house) και τις ταινίες του δημιουργού (cinema dauteur), που διατείνονται ότι αποσκοπούν σε κάτι άλλο από το ταμείο, καθώς πρέπει να πείσουν ότι εκφράζουν κάτι τις, το οποίο αν αναγνωριστεί ως σημαντικό θα φέρει αναγνώριση και στους δημιουργούς.
Το μπέρδεμα εδώ έγκειται στη σύγχυση της ατομικής επιδίωξης με την προσωπική έκφραση, καθότι για να αναγνωριστεί ο δημιουργός ως ποιοτικός πρέπει να εκφράζει κάτι προσωπικό που να πείθει για την αυθεντικότητά του. Αυτό οδηγεί πολλούς που κινούνται σε αυτό χώρο να υποδύονται την προσωπική έκφραση, για να επιτύχουν την ατομική επιδίωξη. Συχνά, αυτό δεν γίνεται συνειδητά. Ο δημιουργός διατείνεται ότι θέλει να εκφράσει κάτι με την ταινία του, ενώ κατά βάθος τον νοιάζει κάτι άλλο, αλλά δεν το συνειδητοποιεί.

Το καθοριστικό σημείο βρίσκεται στο έναυσμα της ταινίας, στην πρόθεση της δημιουργίας της:

 Γιατί θέλει κάποιος να κάνει μια ταινία; Τι θέλει να πει;

Αν η πραγματική/μύχια  πρόθεσή του είναι να την κάνει για να πετύχει κάτι και όχι να πει κάτι, τότε ό,τι και να κάνει για να πείσει για την αυθεντικότητά της θα είναι κάλπικο. Οι «κάλπικες» ταινίες μπορεί να είναι πάρα πολλές, καθότι δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές. Το κίνητρο τους είναι συνήθως κρυμμένο, ενώ, ακολουθώντας τις εκάστοτε καλλιτεχνικές μόδες, βραβεύονται κι αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολη τη διάγνωσή τους.

4α. Μέσα σε αυτό το καλπονοθευτικό περιβάλλον, υπάρχουν πάντα αυθεντικοί δημιουργοί που προσπαθούν κάτι να εκφράσουν. Η αυθεντικότητα της έκφρασής τους βρίσκεται σε εκείνη τη αρχική στιγμή που συλλαμβάνουν μια ιδέα για τον κόσμο και κάνουν προσωπικό τους θέμα την κινηματογραφική της απόδοση. Αυτό που τους κινητοποιεί πρωταρχικά είναι αυτή η καθαρή στιγμή, έστω και αν ακολουθούν διάφορα μπερδέματα στη συνέχεια. Εάν καταφέρουν να ξεπεράσουν όλες τις δευτερεύουσες εμπλοκές και να αποδώσουν καθαρά και αποτελεσματικά τη γενεσιουργό τους ιδέα, τότε έχουμε μια ταινία που έχει κάτι να πει.

5. Αυτό που έχει να πει μια ταινία μπορεί να μην είναι πάντα κάτι ρητό. Υπάρχουν ταινίες που εκφράζουν μιαν αίσθηση του κόσμου και όχι μιαν άποψη για τον κόσμο. Εάν κινούνται στη διαισθητική περιοχή και ακολουθούν διαδρομές ποιητικής γραφής, έχουν μια ρευστότητα που δεν περιγράφεται εύκολα με τα λόγια.
Οι ποιητικές ταινίες μπορούν να αξιολογηθούν μόνο διαισθητικά, με το κατά πόσο διεγείρουν χορδές της ψυχής μας παράγοντας αισθήματα μοναδικά. Αν μας αγγίζουν, τότε κάτι μας λένε.

6. Οι αφηγηματικές ταινίες, που είναι και οι περισσότερες, λένε κάποιες ιστορίες (και όχι ποιήματα, όπως οι ποιητικές). Ανεξάρτητα εάν είναι πραγματικές ή φανταστικές, πρόκειται για ιστορίες με αρχή μέση και τέλος (όπως στα μυθιστορήματα).
Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί οι δημιουργοί θέλουν να μας πουν μια ιστορία. Τι θέλουν να μας πουν με αυτήν. Γιατί αυτή και όχι άλλη. Τα ερωτήματα αυτά πρέπει να απαντηθούν με ανάλογο αφηγηματικό τρόπο, δηλαδή με λόγια. Δεν είναι ποιητικής φύσεως, αλλά ρητής. Οι δημιουργοί πρέπει να μπορούν να απαντήσουν στην ερώτηση.
Ακόμη και αν η απάντησή τους είναι «δεν έχω τίποτα να πω, πέρα από το να αφηγηθώ μια ιστορία κινηματογραφική» (που να συναρπάζει, να συγκινεί, να τρομοκρατεί, να χαροποιεί, να βγάζει γέλιο, κλπ.) είναι κι αυτή μια απάντηση που μπορεί να αξιολογηθεί ανάλογα (δηλαδή κατά πόσο μας συναρπάζει, μας συγκινεί, κλπ.)  Όμως και σε αυτές τις απλοϊκές περιπτώσεις, η ιστορία θέλει κάτι να πει. Όταν ο δημιουργός της διαλέγει αυτόν τον χαρακτήρα και όχι τον άλλον, αυτήν τη δράση και όχι την άλλη, ακολουθεί κάποια αξιολογικά κριτήρια που σημαίνουν κάτι. Ακόμη και να μην επινοεί την ιστορία, αλλά να την αντιγράφει από την πραγματικότητα, είναι η ίδια η πραγματικότητα και οι ιστορίες της που μας λένε κάτι. Το ότι αυτός δεν μπήκε στον κόπο να το ψάξει, σημαίνει μάλλον ότι έχουμε ένα δημιουργό που δεν είναι ιδιαίτερα ψαγμένος και μια ταινία δεν έχει κάτι να μας να πει, πέρα από τα αυτονόητα.

6α. Περνάμε έτσι στο επόμενο στάδιο ξεδιαλέγματος. Αυτό των αφηγηματικών ταινιών (καλλιτεχνικών ή εμπορικών) που έχουν κάτι να πουν και το λένε. Εδώ η αξιολόγηση βρίσκεται στο κατά πόσο αυτό που λένε έχει ενδιαφέρον. Αν είναι έξυπνο, ευαίσθητο, διαφωτιστικό, πρωτότυπο ή αποτελεί κοινοτυπία.

7. Τέλος, φτάνουμε σε εκείνες τις σπάνιες ταινίες που όχι μόνο έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν αλλά το εκφράζουν με τρόπο μοναδικό και έξοχο. Σε αυτές ο/η σκηνοθέτης/ις ενορχηστρώνει τις ερμηνείες των ηθοποιών και τη δουλειά των καλλιτεχνικών συντελεστών για να αποδώσουν το νόημα του έργου σε όλες τις διαστάσεις του, όχι μόνο τις νοητικές/νοηματικές (γνωστικές/ηθικές) αλλά και τις αισθητικές. Αγγίζουν έτσι πολύπλευρα τον θεατή, κάνοντας το έργο μια σύνθετη εμπειρία, τόσο νοητική όσο και συναισθηματική αλλά και αισθητική, μιαν εμπειρία αριστουργήματος.


Tuesday, January 23, 2018

Πού το πάει η πρωτοπορία.

Τα καλύτερα μυαλά που ξέρω έχουν αποστασιοποιηθεί από την Αριστερά και στέκονται κριτικά απέναντι στις επιλογές του "λαού". Αυτή η μετατόπιση της διανόησης (στη κυριολεκτική σημασία της) είναι πρωτοφανής. Συμβαίνει μετά από δύο τουλάχιστον αιώνες όπου κάθε προοδευτικός διανοούμενος εντασσόταν αυτόματα στον αριστερο-λαϊκό χώρο. Αυτός ο χώρος τώρα θεωρείται από τους περισσότερους οπισθοδρομικός. (Για τη Δεξιά ούτε λόγος. Την έχουν καταδικασμένη από γεννησιμιού της.) Οι αλλαγές που θα προκύψουν από αυτή τη μετατόπιση θα είναι μεγάλες. Δεν φαίνονται ακόμα γιατί δεν είναι πολλοί αυτοί οι νέοι διανοούμενοι (νέοι ποιοτικά και όχι ηλικιακά), χάνονται μέσα στο καθεστώς της παλιάς σκέψης (της παλαιο-προοδευτικής), είναι ακόμη παθητικοί και δεν έχουν βγει δυναμικά να εκφράσουν δημόσιο λόγο. Αποτελούν όμως την πρωτοπορία και θα διαμορφώσουν το αύριο. Το αύριο βέβαια μπορεί να αργήσει. Γι’ αυτό προτιμώ να το ζω τώρα και να κάνω παρέα, όσο πιο πολύ γίνεται, με αυτά τα μυαλά.

Saturday, January 13, 2018

Μαθήματα θανάτου

Πολλοί που βρίσκονται κοντά στο θάνατο τείνουν να φιλοσοφήσουν, βγάζοντας μερικά πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για εμάς τους ζωντανούς. Να χαιρόμαστε τη ζωή, να μοιραζόμαστε τα αγαθά της, να είμαστε καλοί και να μην είμαστε αχάριστοι, αδηφάγοι, κακοί. Σοφές φωνές, που γρήγορα θα σκεπαστούν από τη βοή της καθημερινότητάς μας.

Θα αγνοήσουμε όλα αυτά τα σοφά, για να αρχίσουμε πάλι τα συνηθισμένα, μέχρι ένας άλλος θάνατος να τα ξαναθυμίσει και πάλι να τα ξεχάσουμε, έως ότου ο δικός μας να τα υπογραμμίσει για τα καλά.

Ένα μέρος αυτής της αγνόησης είναι σημαντικό, γιατί η ίδια η ζωή το ζητάει. Να αγνοήσουμε το θάνατο, να κάνουμε τρέλες, να παραφερθούμε, να βγάλουμε τα απωθημένα μας, κλπ. Όλα αυτά φυσικά και κατανοητά. Υπάρχει όμως ένα όριο, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοούμε. Το αναπόφευκτο όριο που θέτει η προοπτική του θανάτου και μας υπενθυμίζουν όσοι το φτάνουν.

Αυτό το όριο, που φρενάρει την επεκτατικότητά μας και μας κάνει να επιστρέψουμε στο τώρα (για να το χαρούμε, μοιραστούμε, φροντίσουμε, κλπ.) τείνει να αγνοηθεί, όχι γιατί η ίδια η ζωή το ζητάει, αλλά επειδή το κοινωνικό μας σύστημα στηρίζεται στην επεκτατικότητα.

Αυτός είναι ο λόγος που οι φωνές των μελλοθάνατων τείνουν να ξεχαστούν τόσο γρήγορα. Είναι μεμονωμένες και δεν υποστηρίζονται κοινωνικά. Ζούμε σε κοινωνίες που απωθούν το θάνατο, εξορίζουν το γήρας και τη φθορά, τα συσκευάζουν σε αποθήκες μακριά από εμάς, για να κάνουν χώρο στην αδηφάγα επέκταση, που κινδυνεύει να φάει τον ίδιο τον πλανήτη και εμάς μαζί, για να ησυχάσουμε μια και καλή.

Οποιαδήποτε προσπάθεια ανάσχεσης αυτής της πορείας και στροφής μας σε ουσιώδη ζητήματα της ζωής, θα πρέπει να περιλαμβάνει την επαναφορά των μαθημάτων του θανάτου στα θρανία της καθημερινότητάς μας. 

Tuesday, January 2, 2018

Ας (ξανα)φανταστούμε τον κόσμο.

Ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε έναν άλλο κόσμο στις μέρες που ζούμε. Οι ουτοπίες κατέρρευσαν, παίρνοντας πολλούς στον λαιμό τους. Χωρίς όμως τη φαντασία ενός άλλου κόσμου, παραδινόμαστε σε αυτόν που έχουμε. Καλός - κακός, αυτός είναι. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.  Το μόνο που μένει είναι η γκρίνια. Γι’ αυτό ακούς να γκρινιάζουν παντού. Ακόμη και στις πιο εύπορες κοινωνίες. Γιατί; Γιατί δεν υπάρχει κανένα όραμα. Μόνο το ασφυκτικό παρόν.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πιο ευαίσθητοι και ανήσυχοι καταφεύγουν στην άρνηση, στην απόρριψη, στην αποδόμηση, στη δυστοπία. Η «δυστοπικότητα» διαδέχτηκε την ουτοπικότητα. Το βλέπουμε στις καλλιτεχνικές εκφράσεις, στις πολιτικές αντι-δράσεις. Το αντί κυριαρχεί, ενώ απουσιάζουν οι προτάσεις. Για να υπήρχαν, θα έπρεπε να τις φανταστούμε.

(Αυτό εξηγεί και γιατί σήμερα, ενώ έχουμε μεγαλύτερη υλική ευμάρεια και πολλά περισσότερα μέσα από το  60-70, οι άνθρωποι είναι τώρα τόσο δύστροποι, ενώ τότε ξανοίχτηκαν ο ένας στον άλλον, φέρνοντας μεγάλες πολιτισμικές αλλαγές. Διότι τότε υπήρχε φαντασία. Υπήρχε μάλιστα τόση πολλή που ήθελε να πάρει την εξουσία. Μπορεί να ήταν λίγο παραπάνω από την ενδεδειγμένη και γι’ αυτό να παρασύρθηκε σε αδιέξοδα, αλλά γέννησε σημαντικές μορφές πολιτισμικού πλούτου και κοινωνικής γενναιοδωρίας, αντίθετα με τη σημερινή μικροψυχία.)

Θεωρώ κρίσιμη την ανάκτηση στη φαντασίας από το σημερινό άνθρωπο. Θα πρέπει, όμως, η φαντασία του να λάβει υπόψη τα μαθήματα από το παρελθόν και να λειτουργήσει λιγότερο ουτοπικά και περισσότερο δημιουργικά,  αυτή τη φορά.

Κατ’ αρχήν, ας φανταστούμε έναν κόσμο που θα θέλαμε πραγματικά να ζούμε. Όχι όπως μας τον υποβάλλουν διάφορες εξιδανικευτικές θεωρήσεις του, αλλά πώς εμείς οι ίδιοι, ειλικρινά, θα τον βλέπαμε. Ποια εικόνα του θα μας αντιπροσώπευε, στ΄αλήθεια;

Έκατσα, λοιπόν, να τον φανταστώ. Το πρώτο που μου ήρθε είναι η απώθηση στην ιδέα ενός κόσμου αγγελικού, με καλοσυνάτα πρόσωπα, έτοιμα να σε αγκαλιάσουν και να σε ασπαστούν. Αυτό το ευνουχισμένο (γιαχωβάδικο ή βουδιστικό) βλέμμα του καλοσυνάτου εναγκαλισμού των πάντων, με απωθεί. Μου φαίνεται μια εικόνα απάνθρωπη, που αφαιρεί τη σωματικότητα του ανθρώπου και τον εξαϋλώνει στα σύννεφα, απαλλαγμένο από την πραγματικότητα και την αλήθεια του.

Είναι η εικόνα που ευαγγελίστηκαν όλες οι ουτοπίες, από τον χριστιανισμό και τον κομουνισμό μέχρι και τον χιπισμό. Για αυτό και απέτυχαν να μετασχηματίσουν τον κόσμο, αλλά έμειναν σκέτα σχήματα, αδύναμα να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις του επελαύνοντος καπιταλισμού. Μια νέα εικόνα πρέπει αντιπαραθέσουμε στον ανέμπνευστο κόσμο των τραπεζιτών, που να είναι όμως βιώσιμη και όχι αβίωτη.

Η εικόνα που εγώ φαντάζομαι είναι ενός κόσμου περισσότερο πνευματώδους (παρά πνευματικού, χωρίς σωματικότητα), περισσότερο ερωτικού (παρά αγαπημένου, χωρίς πάθη), περισσότερο διαφοροποιημένου (παρά ομογενοποιημένου μέσα στην αδιαφορία).

Ας μην είναι τέλειος. Ας έχει τα προβλήματά του – που θα τα έχει -, αλλά να τα επεξεργάζεται έξυπνα, να τα συνομιλεί απροκατάληπτα, να τα αντιλαμβάνεται στην ευρύτητά τους και όχι να τα βλέπει μέσα από στενόμυαλη, μικρο-συμφεροντολογική σκοπιά.  Δεν χρειάζεται να συμφωνεί, αλλά οι διαφωνίες να είναι επιπέδου, με ανταλλαγή επιχειρημάτων και όχι βρυχηθμών ανάμεσα σε ξεροκέφαλα εγώ. Και, οπωσδήποτε, να έχει περισσότερο χιούμορ, με τον ενδεδειγμένο αυτοσαρκασμό για τις πανανθρώπινες ατέλειές μας. Να τείνει,  βέβαια, στην ενότητα, στη λύση των αντιθέσεων και στην υπέρβαση των διαφορών, αναζητώντας την τελειότητα, την αρμονία, το ωραίο και το καλό, αλλά, να το κάνει ενσωματώνοντας την ατομικότητα και όχι εξουδετερώνοντάς τη.  

Ναι, αυτή η εικόνα μού κολλάει καλύτερα. Δεν ξέρω αν μπορεί να εμπνεύσει τα πλήθη (πριν τα πλήθη βυθίσουν τον πλανήτη και την ανθρωπότητα με το βάρος τους), αλλά τη θεωρώ μια φαντασία εφικτή και ευκταία. Είναι το προσωπικό μου όραμα.

Thursday, November 30, 2017

Δημοσιογραφία, SOS

Κατά ένα περίεργο τρόπο, η «εκ-δημοκρατικοποίηση» των μέσων επικοινωνίας από το διαδίκτυο συντέλεσε στην «ξε-δημοκρατικοποίηση» της δημοσιογραφίας, με τη συγκέντρωσή της στα χέρια λίγων ομίλων, που μπορούν να την πληρώνουν, δίνοντας λεφτά ύποπτης προέλευσης, αφού δεν προέρχονται από τους αναγνώστες, ούτε καν από τους διαφημιστές.  

Σε μια εποχή που η ενημέρωση και η πληροφορία παρέχονται δωρεάν από άπειρες πηγές στο διαδίκτυο, κάποιος πρέπει να πληρώνει τους δημοσιογράφους για να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Αυτός ο κάποιος δεν είναι πάντα αγνών προθέσεων και μπορεί να κατευθύνει την ενημέρωση εκεί που θέλει.

Η κατευθυνόμενη δημοσιογραφία δεν είναι κάτι καινούργιο, όμως τείνει να πάρει μεγάλες διαστάσεις, λόγω της αποχώρησης των αναγνωστών από το παιχνίδι. Οι αναγνώστες πληρώνοντας παλιά για μια εφημερίδα, ήταν κατά κάποιο τρόπο συνδιαμορφωτές της. Τη στήριζαν με τον οβολό τους. Τώρα οι δημοσιογράφοι δεν έχουν αυτή τη στήριξη του δήμου και γίνονται ευκολότερα θύματα των ολιγαρχών, κάθε είδους.

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις ήταν ένα ανυπόγραφο άρθρο στην iefimerida που προβαλλόταν ψηλά στις επιλογές της για καιρό, διαβάλλοντας τον Μακρόν, με έντονο και αφοριστικό τίτλο, ως ανάλγητο μπουρζουά, γιατί και καλά φέρθηκε άσπλαχνα σε μια Μαροκινή. Όταν διάβασα το περιεχόμενο δεν διαπίστωσα να έχει κάνει πραγματικά κάτι κακό ο άνθρωπος, παρόλο που ο εν λόγω αρθρογράφος πάσχιζε να το αποδείξει. Μου φάνηκε περίεργη αυτή η δημοσίευση και το τρόπος που πλασαρίστηκε από την iefimerida, σαν δικό της άρθρο, με ένα καταγγελτικό τίτλο, χωρίς καμία επιφύλαξη απέναντι σε μια αναδημοσίευση.

Τυχαίνει να ενημερώνομαι συστηματικά από αυτό το δημοσιογραφικό site, γιατί μοιάζει αρκετά πλήρες, έγκαιρο και φαινομενικά έγκυρο. Έχω δει κατά καιρούς άρθρα και ειδήσεις με τίτλους περίεργους, που προσπέρασα με μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας, όπως έκανα αρχικά και τώρα. Μέχρι που μου έσκασε η σκέψη ότι δεν μπορεί, κάποιο λάκκο έχει η φάβα.

Ξέρουμε ότι ο Πούτιν έχει κάνει τα πάντα για να υπονομεύσει με κατευθυνόμενες ειδήσεις τον Μακρόν υπέρ της Λεπέν, όπως έχει κάνει το ίδιο υπέρ του Τραμπ και υπέρ κάθε ένα που μπορεί να παίξει διαλυτικό ρόλο στο «δυτικό κόσμο», για να ενισχύσει την ανατολική, τσαρική αυτοκρατορία του. Μπορεί να έχασε στην περίπτωση του Μακρόν αλλά ποιος λέει ότι το έβαλε κάτω. Ειδικά που ο «μικρός» έχει φαγωθεί να προωθήσει την ευρωπαϊκή ενοποίηση, κάτι που ο Πούτιν θα πολεμήσει με κάθε τρόπο. Όπως με άρθρα σαν αυτό, σκέφτηκα.

Η σκέψη αυτή μου φάνηκε μια λογική εξήγηση για αυτό το άρθρο. Μπορεί να παίζει βέβαια κάτι άλλο, όμως σίγουρα κάτι παίζει. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα δημοσιογραφικό site που μοιάζει έγκυρο, μπορεί ανά πάσα στιγμή να σου πλασάρει το ψέμα σαν αλήθεια κι εσύ να το χάψεις.

Προφανώς, δεν είναι μόνο αυτό το site που κάνει και κάποιες βρωμοδουλειές για να πληρώσει το νοίκι του. Οι νεο-μαφιόζοι που πήραν τους μεγάλους ομίλους στην Ελλάδα, κάθε άλλο παρά καθαρότητα υπόσχονται. Το ίδιο συμβαίνει και παγκοσμίως. Προχθές ακόμα έγινε γνωστό ότι το Times πέρασε σταχέρια επιχειρηματιών με συντηρητικές απόψεις. Παντού συμβαίνουν ύποπτες εξαγορές. 

Πιθανόν, να μην υπάρχουν πλέον παρά ελάχιστα μέσα στον κόσμο που μπορούμε να εμπιστευόμαστε, από τα απειράριθμα που μας κατακλύζουν και μας προσφέρονται δωρεάν. Εγώ είμαι έτοιμος να καταθέσω τον οβολό μου σε όποιο ελληνικό «σχήμα» παρουσιάσει την αντικειμενικότητα, δυναμικότητα και επαγγελματικότητα που απαιτείται.  Το ίδιο πιστεύω ότι πρέπει να κάνουν οι ενεργοί πολίτες, παντού στον κόσμο. Η άλωση της «τέταρτης εξουσίας» από ολιγάρχες αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους των δημοκρατιών μας. 

Wednesday, November 22, 2017

Το μέλλον ανήκει στο Κέντρο

Ούτε Αριστερά, ούτε Δεξιά. Κέντρο!

Οι περισσότεροι που διαβάζω μιλούν για την ανάγκη ενός Κεντροαριστερού κόμματος,  που θα μπει σφήνα ανάμεσα στον «αριστερό» ΣΥΡΙΖΑ και στη «δεξιά» ΝΔ και θα μας σώσει από τις συμπληγάδες τους. Το κατά πόσο αυτό θα μπορέσει να γίνει από το νέο ΠΑΣΟΚ είναι αμφίβολο, αλλά τι να κάνουμε αφού είναι Κεντρο-αριστερό και το λέει.

Κατά ένα περίεργο λόγο, κανείς δεν έχει θέσει το ερώτημα του καθαρού και ξάστερου Κέντρου, ούτε έχει χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο χωρίς να του βάζει κάποιο πρόσημο, αριστερό ή δεξιό.  Γράφουν, ας πούμε, για την Κεντροδεξιά πλευρά της ΝΔ (πχ. τους Μητσοτάκηδες), δίχως να ζητούν, βέβαια, τη σύσταση ενός Κεντροδεξιού κόμματος, εκλαμβάνοντας μάλλον το δεξιό πρόσημο ως ηθικά απαράδεκτο, ενώ το αριστερό είναι μια χαρά, αρκεί να συνοδεύεται με ένα Κέντρο-κάτι.

Πιθανολογώ ότι αυτό συμβαίνει γιατί οι αγαπητοί αρθογράφοι προέρχονται κατά κύριο λόγο από το χώρο της ευρύτερης Αριστεράς, όπως κι εγώ, που το έφτασα, όμως, μέχρι αναρχία, κι από εκεί, από το μηδέν, τα ξαναείδα όλα από την αρχή, ενώ αυτοί φαίνεται να μην το πήγαν all the way και τους έχει μείνει ακόμη η αριστερή συμπάθεια. Και σωστά, διότι όντως η Αριστερά σημαίνει συμπάθεια, αγάπη και φροντίδα για το φτωχό και αδύναμο. Το πρόβλημα είναι ότι μαζί με τον αδύναμο, η Αριστερά περιθάλπει και την αδυναμία του.

Θύμα του συμπαθητικού της, η Αριστερά δυσκολεύεται να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στον αναξιοπαθούντα και στον ανάξιο, φτάνοντας σήμερα να υπερασπίζεται τη μονιμότητα ρουσφετο-διορισμένων δημοσιο-υπαλλήλων, φαντασιωνόμενη ότι δίνει εργατικούς αγώνες. Γίνεται έτσι εμπόδιο στην εξέλιξη, αντιδρώντας σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση θα κάνει τον αδύναμο να αναμετρηθεί με την αδυναμία του και να πάει μπροστά, συμβάλλοντας και στην κοινωνική πρόοδο, μέσα από τη δική του προκοπή. 

Δεν είναι τυχαίο ότι η πάλαι ποτέ «προοδευτική» αριστερά έχει γίνει στην Ελλάδα ένα προπύργιο συντήρησης, δίνοντας μάχες για εργατοπατερικά κατεστημένα και κηρύσσοντας την επιστροφή σε ένα απώτερο παπανδρεϊκό παρελθόν, λες και πρόκειται για τον απολεσθέντα παράδεισο. Είναι σύμφυτο του κρυπτο-χριστιανικού χαρακτήρα της.

Η «συμπαθητική» Αριστερά, ανανεώνοντας την παράδοση του Χριστιανισμού και δογματίζοντας «υπέρ αδυνάτου», αφήνει στη δικαιοδοσία της Δεξιάς το λόγο υπέρ δυνατού, αρίστου, ισχυρού και όποιου άλλου έχει καταφέρει να επιβληθεί ως τέτοιος στην κοινωνία, σύμφωνα με την -κατά τον Δαρβίνο- εξελικτική αναγκαιότητα της ισχύος, όπως την κατάλαβε η Δεξιά.

Η «δαρβινική» Δεξιά δεν χαμπαριάζει από συμπάθειες. Πολιτικός απόγονος της αθηναϊκής ολιγαρχίας, στην πρώτη αρχαιοελληνική δημοκρατία, επιχειρηματολογεί και επιχειρεί έκτοτε συστηματικά υπέρ της εξουσίας των ισχυρών της ιστορίας (γαιοκτημόνων, αριστοκρατών, στρατοκρατών, φεουδαρχών, παπάδων, βασιλέων, εμπόρων, βιομήχανων και χρηματιστών, κατά σειρά), θεωρώντας, προφανώς, ότι αυτοί αξίζουν –από φυσική επιλογή – να ηγούνται του λαού.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι οι εκάστοτε ισχυροί όχι μόνο δεν εξυπηρετούν την ιστορική εξέλιξη -διαψεύδοντας τον Δαρβίνο-, αλλά κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους να την ανακόψουν, φοβούμενοι την αμφισβήτηση των πρωτείων τους, τα οποία θέλουν να τα κατοχυρώσουν εις το διηνεκές, κληροδοτώντας τα στους απογόνους τους. Δεν προτρέπουν τα βλαστάρια τους να κερδίσουν με το σπαθί τους την εξουσία και να αποδείξουν τη δαρβινική τους υπεροχή, αλλά τους την κληροδοτούν, δημιουργώντας κάστες, ελίτ και «τζάκια», όπου φωλιάζουν ένα σωρό αχρείοι, με τις ευλογίες της Δεξιάς, πάντα.

Όποια μορφή και να παίρνει η Δεξιά, ακόμη και στην πιο φιλελεύθερη ή λαϊκίστικη εκδοχή της, είναι μεταμορφώσεις της εγγενούς προσήλωσής της στην εξυπηρέτηση των εκάστοτε κατεστημένων. Απλά, σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, χρειάζεται και τη ψήφο του λαού, οπότε μασκαρεύει το εξουσιαστικό της προσωπείο με φτιασίδια φιλολαϊκά, κολακεύοντας τα πλέον καθυστερημένα χαρακτηριστικά του λαού (Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια) και ενεργοποιώντας τα συντηρητικά αντανακλαστικά του, με το φόβητρο της «αναρχίας» που θα προκληθεί από την κατάρρευση του κατεστημένου.

Η Δεξιά, ενώ επικαλείται τη φυσική ορμή του δυναμικού «εγώ» σαν ιστορική αναγκαιότητα, καταλήγει εμπροσθοφυλακή της αχρειότητας.
Η Αριστερά, ενώ προβάλλει την κοινοτική ανάγκη της αλληλεγγύης μέσα από ένα ισότιμο «εμείς», καταλήγει να σπιτώνει την ανικανότητα.
Οι καταλήξεις αμφότερων δεν είναι αποτέλεσμα της κακής εφαρμογής των αρχών τους. Είναι σύμφυτες με αυτές και οφείλονται στη ιδρυτική μεροληψία τους, υπέρ του «εγώ» η Δεξιά, υπέρ του «εμείς» η Αριστερά.

Γι' αυτό, χρειάζεται ένα πολιτικό σχήμα που να εκφράσει το καθαρό Κέντρο, χωρίς να κληρονομήσει καμία από τις αριστερο-δεξιές παθογένειες, αλλά να διαμορφώσει την πολιτική του πρόταση και παρουσία μακριά και πέραν αυτών, στηριζόμενο σε εντελώς νέες βάσεις και αρχές.

Συστατικά του Κέντρου

Αν η Πολιτική είναι η τέχνη του "κυβερνάν", η πολιτική του Κέντρου θα πρέπει να είναι η τέχνη του "κυβερνάν αρίστως". Το ότι η δεξιά ή η αριστερή πολιτική δεν μπορούν να καταφέρουν
 το άριστο επ ουδενί, οφείλεται στη μεροληψία των ιδρυτικών τους αρχών, υπέρ του «εγώ» η Δεξιά, υπέρ του «εμείς» η Αριστερά. Την ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο κύρια συστατικά της Πόλης, το Εγώ και το Εμείς, καλείται να ασκήσει η πολιτική του Κέντρου.

Η άσκησης της Ισορροπίας θα πρέπει να είναι η ειδοποιός διαφορά του Κέντρου από άλλες κυβερνητικές πρακτικές και η βασική αρχή της πολιτικής του πρότασης.

Ισορροπία ανάμεσα...

...στο δημόσιο και στο ιδιωτικό (άρα, η "φιλελεύθερη" αποποίηση του δημόσιου τομέα -όπως και του κρατικού παρεμβατισμού- παραβιάζει τη βασική αρχή του Κέντρου)

...στο δυναμικό και στο αδύναμο (άρα, η "σοσιαλδημοκρατική" στήριξη στο κράτος πρόνοιας πρέπει να ενισχυθεί, αφού εξυγιανθεί)

...στην ανάπτυξη και στο περιβάλλον (άρα, η "οικολογική" πρόνοια πρέπει να αποτελεί συστατικό της πολιτικής του Κέντρου)

...στην ελευθερία και στο νόμο (άρα, οι εκτροπές των άκρων θα πρέπει να αντιμετωπισθούν, χωρίς, όμως, να παραβιάζονται τα δημοκρατικά δικαιώματα)

...στην παράδοση και στην πρόοδο (άρα, συντηρητικές αγκυλώσεις, όπως ο εκκλησιαστικός εναγκαλισμός του κράτους, πρέπει να λυθούν)

...στο εθνικό και στο διεθνές (άρα, η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας πρέπει να συνεχιστεί σταθερά και  δημιουργικά, πλην όχι παθητικά και άκριτα)

...κλπ.

Ο κατάλογος μπορεί να συνεχιστεί με αρκετές ακόμη δυάδες που η διαλεκτική τους διαμορφώνει την κοινωνία. Το Κέντρο, όντας ανάμεσά τους και δη στο κέντρο τους, καλείται να συμψηφίζει διαρκώς τις αντιθέσεις τους, συνθέτοντας εκείνη ακριβώς την κυβερνητική πολιτική που θα υπηρετεί το Κοινό Καλό. Αυτός ακριβώς πρέπει να είναι και ο στόχος του Κέντρου: το Κοινό Καλό

Επειδή κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι κατέχει το "κοινό καλό" από πριν, αυτό μπορεί να διαμορφωθεί μόνο μέσα από τη συζήτησή του (συν-ζήτηση) ανάμεσα σε αυτούς που το θέτουν σαν πολιτικό τους ζήτημα. Θα πρέπει να αντιλαμβάνονται την ευρύτητα του στόχου, ότι αφορά το κοινό και όχι το επιμέρους καλό (ατομικό, οικογενειακό, συντεχνιακό, ταξικό ή ακόμα και εθνικό).  Οι προτάσεις θα πρέπει να εξετάζονται ως προς τη γενική ισχύ τους, να λαμβάνουν υπόψη την αλληλεξάρτηση του επιμέρους και του κοινού (του ιδιωτικού και του δημόσιου, του εγώ και του εμείς, του εθνικού και του παγκόσμιου, του μέρους και του όλου), ώστε να βρίσκεται το ανάμεσά τους, αυτό που θα εξυπηρετήσει γόνιμα την συμπληρωματική σχέση τους,  για έναν κόσμο καλύτερο και μια ζωή πληρέστερη. 


Σχηματισμός του Κέντρου

Ξεκινώντας με βασική αρχή την Ισορροπία και στοχεύοντας στο Κοινό Καλό, μένουν πολλά ακόμη να γίνουν για το σχηματισμό του Κέντρου. Το αν θα γίνουν ή όχι εξαρτάται από όσους έχουν την ίδια πολιτική σκέψη. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά όλων αυτών που είναι Έλληνες κι εύκολα αναγνωρίσιμα μεταξύ μας, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε τη πολιτική μας εγγύτητα, είναι η κοινή ερμηνεία της κρίσης:

Ερμηνεύουμε την παρούσα κρίση με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο, χωρίς να φοβόμαστε την αυτοκριτική και χωρίς απαλλάσσουμε κάποιους υπαίτιους, είτε χάριν λαϊκισμού (η Αριστερά, που απαλλάσσει τον «λαουτζίκο») είτε χάριν εξαρτήσεων (η Δεξιά, που απαλλάσσει τα «αφεντικά»).
Στεκόμαστε ανάμεσα στο «για όλα φταίνε οι άλλοι», της Αριστεράς, και «για όλα φταίμε εμείς», της Δεξιάς, προσπαθώντας να διακρίνουμε το σωστό ανάμεσα στις «μνημονιακές» υποχρεώσεις της χώρας και στην ανάγκη της να απεμπλακεί από το χρέος, για να μπορέσει να αναπτυχθεί, (πάντα μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ένωσης).
Μία ανάπτυξη, όμως, που θα στηριχθεί σε νέες βάσεις, έχοντας απαλλαχθεί από τον ρουσφετολογικό κρατισμό, τα συντεχνιακά καρκινώματα, τα ολιγαρχικά προνόμια, όπως και όλο το συρφετό που επισκίασε τη χώρα μεταπολιτευτικά, οδηγώντας τη στα σημερινά σκοτάδια.

Αυτή η κοινή ερμηνεία μπορεί να οδηγήσει σε ένα κοινά συμφωνημένο πρόγραμμα για έξοδο από την κρίση, βήμα – βήμα, με συγκεκριμένα μέτρα και προβλέψεις, το οποίο θα παρουσιαστεί στον κόσμο, ζητώντας την έγκρισή του. (Όχι αοριστολογίες και ευχολόγια για μεταρρυθμίσεις, χωρίς δουλειά επί χάρτου και χρονοδιάγραμμα εργασιών σε βάθος δεκαετίας.)

Με ένα συγκεκριμένο, επεξεργασμένο πρόγραμμα, με άξονα την Ισορροπία και την άσκησή της για το Κοινό Καλό, μπορεί να κερδίσουμε σιγά-σιγά την εμπιστοσύνη του κόσμου, εφόσον εμείς οι ίδιοι πιστέψουμε στην ορθότητα του εγχειρήματος και το εκφράσουμε καθαρά χωρίς αριστερο-δεξιά δεκανίκια, που θα το νοθεύσουν. Αρκεί να βρεθούν οι πρώτοι 40 (κατά το «40 παλληκάρια») που θα το ξεκινήσουν.

Υπάρχει αρκετός σώφρον κόσμος που δεν πείθεται από την αριστερο-δεξιά συνθηματολογία, που απεχθάνεται το ΠΑΣΟΚ και που έχει απογοητευθεί από τους ερασιτεχνισμούς και την αμετροέπεια των διαφόρων κεντρο-αριστερών ή
left-liberal ή προσωποπαγών κινήσεων που έχουν γίνει στον ευρύτερο χώρο του  Κέντρου. Καμία από αυτές δεν μεθοδεύτηκε σωστά και ανοιχτά, καμία δεν έθεσε καθαρά το ζήτημα του Κέντρου, καμία δεν παρουσίασε ικανοποιητικά κάποιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα.   

Γι’ αυτό, το «Κέντρο!» (ή όπως αλλιώς ονομαστεί) πρέπει να παρουσιαστεί με καθαρότητα, με ξεκάθαρους στόχους και διαφανείς διαδικασίες, με ισορροπημένες αρχές και στέρεα όργανα, μαζί με ένα μελετημένο πρόγραμμα. Εδώ είναι που το ποσοτικά λίγο μπορεί να κάνει τη ποιοτική διαφορά και στη συνέχεια να ανέβει σε ποσοστά, κερδίζοντας σταδιακά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αυτό δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Θέλει μεθοδικότητα και προσεκτικό χτίσιμο σε σωστές βάσεις. Η βιασύνη και η προχειρότητα υπονόμευσαν όλες τις προσπάθειες που έγιναν σε αυτό το χώρο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σήμερα τίποτε αξιόπιστο.

Η απογοήτευση για τις αποτυχίες πρέπει να μετατραπεί σε πίστη και πείσμα για τη διαμόρφωση του καθαρού Κέντρου, αφού τα μπασταρδέματα αποδείχτηκαν έωλα και όσοι τα ακολούθησαν ματαιώθηκαν.
Το Ποτάμι "προδόθηκε" από τον αρχηγό του, ακριβώς γιατί στήθηκε ως αρχηγικό κόμμα. Η "Δημιουργία Ξανά" διαλύθηκε από την αμετροέπεια του ιδρυτή της. Η "Δράση" δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον δεξιό εναγκαλισμό της. Η "Δημαρ" τον αριστερό. Κλπ.
Όσον αφορά τις μικρές πρωτοβουλίες, δεν έδειξαν τη μεθοδικότητα που θα βοηθούσε στο μεγάλωμά τους. Μετά και το τελευταίο φιάσκο με τον δήθεν νέο φορέα (του παλιού ΠΑΣΟΚ), τα ψέμματα τέλειωσαν.
Αυτή τη στιγμή στο χώρο του Κέντρου δεν υπάρχει κανένα πολιτικό σχήμα. Ευκαιρία να το διαμορφώσουμε. 


Υ.Γ. Η αναγκαιότητα ανάδειξης μιας ξεχωριστής και αυτόνομης πολιτικής του Κέντρου είναι διαχρονική και διεθνής, καθότι άπτεται ζητημάτων που καμία από τις υπάρχουσες πολιτικές κατατάξεις δεν μπορεί να επεξεργαστεί, λόγω της παλαιότητας των "εργαλείων" που χρησιμοποιούνται. Η ίδια η κατάταξη "δεξιά – αριστερά" είναι παμπάλαια (από τη Γαλλική Επανάσταση), και ήρθε ο καιρός να αμφισβητηθεί. Μπορεί να μην είναι τυχαίο ότι αμφισβητήθηκε στην πράξη από τους ίδιους τους Γάλλους, που έβαλαν στην άκρη τα παλαιά σχήματα, για να επιλέξουν το «Εμπρός» με τον Μακρόν.  

Ανεξάρτητα από τη συγκυρία και από την ανταπόκριση που μπορεί να έχει σε αυτή τη φάση, στην Ελλάδα, ένα τέτοιο εγχείρημα, το μέλλον ανήκει στο Κέντρο!

Tuesday, October 31, 2017

Για τη γερμανική γραφειοκρατία και όχι μόνο αυτή.

Η παροιμιώδης γερμανική γραφειοκρατία, που μπορεί να φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη στα μεγάλα της κέφια, παρουσιάστηκε μπροστά μου σε όλο της το μεγαλείο πρόσφατα και με φώτισε ξαφνικά για το φαινόμενο. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι το Κράτος εδώ σημαίνει δύναμη (Macht) που δεν αμφισβητείται εύκολα, με συνέπεια να μη διορθώνει τις δυσλειτουργίες του, αλλά να επιμένει σε αυτές ως φορέας αδιαμφισβήτητης εξουσίας. 

Μπορεί το ίδιο να συμβαίνει με όλες τις γραφειοκρατίες (ειδικά, η ελληνική είναι τραγελαφική) αλλά η γερμανική με προβλημάτισε ιδιαίτερα διότι εισάγει τον παραλογισμό σε ένα λαό κατά τα άλλα πολύ ορθολογιστικό. Μάλλον αυτό μπορεί να φταίει. Ο πολύς ορθολογισμός, το πολύ σχέδιο, η πολύ αυστηρότητα που δεν εξισορροπούνται από μια κάποια χαλαρότητα. Ναι όλα αυτά χρειάζονται, όπως χρειάζεται και η δύναμη στο Κράτος, αλλά για να εξυπηρετήσουν τον άνθρωπο (και την ανθρωπιά), όχι τον εαυτό τους (και την απανθρωπιά των μηχανισμών).

Γενικά, έχουμε πάλι κι εδώ τη γνωστή απουσία μέτρου που παράγει όλες τις παρενέργειες. Ένα κράτος που χάνει την ισορροπία του και γίνεται φορές εξουσίας αντί εργαλείο εξυπηρέτησης των πολιτών, χάνει τη λειτουργικότητά του και απλά αναπαράγει τον εαυτό του.

Το ίδιο παθαίνουν πολλοί, ακόμη και στις προσωπικές τους σχέσεις.