Sunday, July 23, 2017

Διόρθωση προς το καλύτερο


Βρίσκομαι στον Καναδά και βλέπω τεράστιες εκτάσεις με σιτηρά, τα οποία πωλούνται σε χαμηλή τιμή. Μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι οι τιμές των τροφίμων δεν ανεβαίνουν (ούτε του πετρελαίου, παρεμπιπτόντως), παρόλη την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και τη συνεχή οικονομική ανάπτυξη. Συζητάω το θέμα και πληροφορούμαι ότι υπάρχει μεγάλη δυνατότητα παραγωγής τροφίμων (και πετρελαίου), η οποία βελτιώνεται με την τεχνολογία και ότι δεν προβλέπεται στο σχετικά άμεσο μέλλον κάποια δραματική έλλειψη.

Είμαστε στο Saskatchewan μια επαρχία του κεντρικού Καναδά, διπλάσια σε μέγεθος από τη Γερμανία, με πληθυσμό μόνο 1.200.000, δηλαδή με απέραντες ακατοίκητες εκτάσεις, ακόμη και στο νότιο τμήμα που είναι πιο πρόσφορο. Σκέφτομαι ότι πριν αναγκαστούμε να μετακομίσουμε σε κάποιον άλλο πλανήτη, υπάρχει αρκετός χώρος σε αυτόν για να βολέψει πολύ κόσμο. Την ίδια σκέψη έχω κάνει και για πολλά μέρη της Ευρώπης, βλέποντας από το αεροπλάνο μεγάλες ακατοίκητες εκτάσεις, ειδικά ορεινές. Φαντάζομαι ότι όσο απρόσφορα να είναι τα βουνά, είναι πολύ πιο κατάλληλα από τα σεληνιακά τοπία, που θέλει να μας στείλει επειγόντως ο Hawking.

Προφανώς πολλά από αυτά που λέει ο Hawking κι άλλοι πολλοί επιστήμονες ισχύουν. Τα έχω δραματοποιήσει κι εγώ στην Επανατοποθέτηση προς το χειρότερο

Δεν είναι κάτι καινούργιο η απελπισία για τη πορεία του ανθρώπου. Ο Τσέχωφ (στον Βυσσινόκηπο νομίζω) τραβομαλλιέται για την καταστροφή που επιφέρει ο άνθρωπος στη φύση. Ακόμη και ο Σοφοκλής λέει κάπου για τον άνθρωπο που τα βάζει με όλους. Η αρχαία τραγωδία διεκτραγωδεί κατά κόρον τις συνέπειες της παραβατικότητας του ανθρώπου. Για να μην πάμε πολύ παλιά, στους αρχέγονους μύθους, με τον άνθρωπο παραβάτη της παραδείσιας φυσικής ισορροπίας. Όλα αυτά συνοδεύονται συχνά με διάφορες προφητείες συντέλειας, για doomsdays που όμως όλο αναβάλλονται.

Δεν ήμουν ποτέ ένθερμος καταστροφολόγος, αλλά τα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής, της καταστροφής του περιβάλλοντος και του κλιμακούμενου υπερπληθυσμού, με είχαν οδηγήσει στην πρόβλεψη μιας αναπόφευκτης κατάρρευσης του παγκόσμιου συστήματος, κάποια στιγμή στο μέλλον.  

Προχθές το βράδυ, λοιπόν, πιάσαμε κουβέντα με τους φίλους που επισκεπτόμαστε στη Regina για το θέμα. Ενώ στην αρχή λέγαμε όλοι για το μαύρο μέλλον που μας περιμένει, στην πορεία της συζήτησης διαφάνηκε ένα άλλο ενδεχόμενο. Ένα “what if” για τον άνθρωπο, ένα «μήπως και», που θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα προς άλλη κατεύθυνση, κάπως πιο αισιόδοξη.

Τι θα γινόταν, λοιπόν, εαν η ανθρωπότητα έπιανε ένα οριακό πληθυσμό (20 δις, ας πούμε) και εκεί σταματούσε; Αν, απλά, αναπαραγόταν μετά, κρατώντας τον πληθυσμό της σχετικά σταθερό και ισορροπημένο ηλικιακά; Ένα πληθυσμό που θα μπορούσε να ζήσει σε αυτόν τον πλανήτη, παραλλαγμένο έστω από τις αλλαγές του κλίματος και του περιβάλλοντος.

Προφανώς οι  αλλαγές που θα συντελεστούν ενδιάμεσα, θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις σε ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού και του φυσικού περιβάλλοντος. Θα μπορούσαν αυτές να περιοριστούν όσο γίνεται, με τα κατάλληλα μέτρα. Οπότε, σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μάταιο να προσπαθούμε για ένα καλύτερο μέλλον. Αρκεί να πιστέψουμε σε αυτό, εφόσον φαίνεται να είναι δυνατόν. Έχω αρχίσει να πιστεύω πως είναι. 

Tuesday, May 30, 2017

Πολιτικοί και άλλοι παραλογισμοί του σύγχρονου ανθρώπου.

Είναι εντυπωσιακό πώς η σκέψη των ανθρώπων σκαλώνει μερικές φορές και δεν μπορεί να αντιληφθεί κάποια απλά πράγματα. Για ένα μυστήριο λόγο, η αλληλουχία αιτίας αποτελέσματος δεν μπορεί να εξελιχθεί στο μυαλό τους σε κάποιες περιπτώσεις και λοξοδρομεί σε παραλογισμούς, ενώ, κατά τα άλλα, μπορεί να είναι απόλυτα λογικοί άνθρωποι και πολύ εντάξει τύποι.

Το ατυχές σύμπτωμα εκδηλώνεται σε μια ευρεία γκάμα θεμάτων:
Από την εντυπωσιακή επιμονή των ΚουΚουέδων να μην αντιλαμβάνονται τίποτε μεμπτό στην ηρωική τους ΕΣΣΔ, μέχρι τους «αγανακτισμένους» του facebook, που συνεχίζουν το ίδιο εθνικοαπελευθερωτικό τσάμικο, παρόλη τη σαβούρα που έφαγαν τα χορευτικά τσαλίμια του «Συντάγματος».
Από αυτούς που πιστεύουν στα ούφο, μέχρι αυτούς που νομίζουν ότι υπάρχουν θαυματουργά γιατροσόφια για τον καρκίνο, τα οποία κρύβουν οι φαρμακευτικές εταιρίες.
Από την ερωτοχτυπημένη που πάει σε χαρτορίχτρες για τον αγαπημένο της, μέχρι τους φίλαθλους που τα κάνουν γης μαδιάμ για στημένες φάσεις.
Από την επιστήμονα που τρέχει να «ξεματιαστεί», μέχρι τους προσκυνητές της «Αγίας Κάρας» που συρρέουν να ασπαστούν το άγιο λείψανό της.
Θα μου πεις τι περιμένεις από μια χώρα που υποδέχεται το «Άγιο Φως» με τιμές αρχηγού κράτους, αλλά δεν είναι μόνο οι Έλληνες με συμπτώματα παραλογισμού.

Μην κοιτάξουμε προς Ανατολάς, που ο ανορθολογισμός κάνει πανηγύρι, αλλά και στην πεφωτισμένη Δύση να δούμε, θα διακρίνουμε πολλές νησίδες παραλογισμού στην κατά τα άλλα ορθολογική επικράτειά της.
Πέρα από ότι στο παρελθόν μάς έδωσε θεαματικά παραδείγματα μαζικής παραφροσύνης (όπως στη ναζιστική Γερμανία), η Δύση διασώζει ουκ ολίγα παράλογα στοιχεία και σήμερα.
Από το ότι οι Αμερικάνοι κάνουν πρόεδρό τους έναν ανισόρροπο τύπο μέχρι το ότι ένα σωρό μορφωμένοι άνθρωποι παίρνουν στα σοβαρά διάφορες
new age πομφόλυγες (από την ομοιοπαθητική και την αστρολογία ως το ρέικι και τη μαγνητοθεραπεία εξ αποστάστεως). Ακόμη και το αντιεμβολιακό κίνημα δεν είναι παρά μια επίδειξη ισχύος του παραλογισμού, ενάντια στις κατακτήσεις της επιστήμης και του ορθού λόγου.

Ως ένα βαθμό, αυτή η εμπλοκή της λογικής μπορεί να εξηγηθεί σαν αντίδραση των ατόμων στην επιστημονοκρατία και στην κατίσχυση του ορθολογισμού. Είναι σαν οι άνθρωποι να υιοθετούν το παράλογο επίτηδες, για να σπάσουν τα δεσμά της λογικής, να αναποδογυρίσουν τα θρανία της μαθητείας τους στη δυτική σκέψη και να αυθαιρετήσουν, βιώνοντας την άγρια ελευθερία των πρωτόγονων, που έκαναν βουντού για να βρέξει. Κάτι τέτοιο θα ήταν μια χαρά, αν το παραδεχότανε οι ίδιοι. Θα μπορούσαν, μάλιστα, να απαιτήσουν ζώνες ελεύθερου παραλογισμού, κι αυτό θα είχε μεγάλη πλάκα και ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. ‘Όμως, όλοι αυτοί θεωρούν τους παραλογισμούς τους απόλυτα λογικούς. Εκεί είναι το πρόβλημα.

Πέρα από τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια τέτοια στρεβλή αντίληψη, αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει περισσότερο είναι το γιατί συμβαίνει. Αν δεν εντοπίσουμε τη βαθύτερη αιτία της και τρέχουμε πίσω από τα αποτελέσματά της της, αυτή πάντα θα μας αιφνιδιάζει και εμείς θα τρώμε τη σκόνη της.

Τι είναι αυτό, λοιπόν, που μεσολαβεί στη σκέψη κάποιων ανθρώπων και το μυαλό τους σκαλώνει σε κάποια θέματα, ενώ σε άλλα μπορεί να είναι ξυράφι; Οφείλεται σε κάποιο εγκεφαλικό βραχυκύκλωμα στις περιοχές επεξεργασίας των συγκεκριμένων θεμάτων; Αγγίζουν αυτά τα θέματα σημεία εμπλοκής της προσωπικής τους ανάπτυξης, η οποία καθηλώθηκε σε ανάλογα θεματικά πεδία, κάποια στιγμή στο παρελθόν; Είναι οι παραλογισμοί τους ανεπεξέργαστα υπολείμματα μιας κάποιας προσωπικής τους ήττας,  που δεν μπόρεσαν να αφομοιώσουν; Απορρέουν από δοκιμασίες της ενηλικίωσής τους, στις οποίες δεν μπόρεσαν να ανταπεξέλθουν και έχουν τώρα καθηλωθεί σε μια ανήλικη σκέψη;
Η αντίδραση των «αγανακτισμένων» Ελλήνων στην αντιμετώπιση της κρίσης, για παράδειγμα, συγκλίνει στην εκδοχή της ανήλικης εμπλοκής της σκέψης, καθώς έχουμε να κάνουμε με γενιές κακομαθημένων παιδιών, που δεν έχουν μάθει να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους και τους φταίνε πάντα οι άλλοι. Όμως, σε αυτές τις γενιές ανήκουμε σχεδόν όλοι οι νέο-Έλληνες. Γιατί κάποιοι από εμάς δεν εννοούν να καταλάβουν την ευθύνη μας για την κρίση, ενώ κάποιοι καταλαβαίνουν αμέσως, χωρίς να χρειάζεται να επιχειρηματολογήσεις; Και γιατί, ακόμη και αν επιχειρηματολογήσεις διεξοδικά, οι άλλοι δεν εννοούν να καταλάβουν με τίποτε;

Μήπως η αντιληπτικότητα είναι ένα φυσικό χάρισμα, που κάποιοι το έχουν και κάποιοι κωλύονται; Να είναι δηλαδή κάτι ανάλογο με την καλλιφωνία, όπου κάποιοι μπορούν να τραγουδούν και κάποιοι είναι παράφωνοι. Άλλοι πάλι να τραγουδούν σαν αηδόνια τα δημοτικά, όμως να κράζουν στη τζαζ, ενώ, άλλοι που κελαηδούν στις άριες να μη μπορούν να πουν ένα βαρύ ζεϊμπέκικο. Έτσι πιθανόν να συμβαίνει και με την αντίληψη, όπου κάποιοι μπορούν να συλλάβουν τη λογική ακολουθία καταστάσεων που άλλοι δεν μπορούν, οπότε, ανάλογα με τις καταστάσεις να έχουμε διάφορες μορφές νόησης.

Η νοητική εξειδίκευση θα μπορούσε να εξυπηρετήσει άριστα τον παραγωγικό επιμερισμό εργασίας ανάμεσα στους ανθρώπους, αν ο καθένας περιοριζόταν σε αυτά που ξέρει. Έλα όμως που υπάρχουν οι ξερόλες, οι οποίοι επιπλέον δεν αντιλαμβάνονται ότι λένε ανοησίες όταν παραλογίζονται. Αν και η παρέα τους θα μπορούσε να είναι πολύ διασκεδαστική γύρω από ένα γιορταστικό τραπέζι, το πράγμα μπορεί να γίνει πολύ σοβαρό σε κρίσιμα θέματα, όπως τα πολιτικά.

Καθώς στις δημοκρατίες όλοι έχουν λόγο και ψήφο, δεν μπορεί να αποκλειστεί κανείς επειδή δεν έχει καλή πολιτική αντιληπτικότητα. Όταν, όμως, οι πολιτικά ανόητοι υπερτερήσουν αριθμητικά σε μια κρίσιμη στιγμή, τότε μπορεί να οδηγήσουν τη χώρα τους στην  καταστροφή. Αυτό συνέβη με την πρώτη δημοκρατία, όταν οι Αθηναίοι δεν άκουσαν τον σώφρονα γέρο Νικία και ψήφισαν τον τσαμπουκαλεμένο μορφονιό Αλκιβιάδη, για να συνεχίσουν τον πόλεμο στη Σικελία και να καταστραφούν. Τα ίδια και χειρότερα έκαναν οι Γερμανοί ψηφίζοντας τον Χίτλερ, που αιματοκύλησε την Ευρώπη, κάνοντας την Αμερική υπερδύναμη, για να ψηφίσουν σήμερα οι Αμερικάνοι τον Τραμπ και να ξεφτιλιστούν κι αυτοί με τη σειρά τους.

Φαίνεται ότι οι δημοκρατίες πάσχουν σε αυτό το σημείο, αλλά είναι πολύ καλύτερες από τις δικτατορίες και τις ολιγαρχίες, καθώς δίνουν τη δυνατότητα στους πολιτικά νοήμονες να παρέμβουν, ενώ τα ολιγαρχικά καθεστώτα τους αποκλείουν, εκτός αν ανήκουν στην αυλή των ηγεμόνων.

Ποια έλλογη παρέμβαση, όμως, μπορεί να γίνει στις περιπτώσεις μεγάλης συγκέντρωσης πολιτικά ανοήτων, όπως συνέβη με την ελληνική κρίση; Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι νοήμονες οφείλουν να μην τρέφουν ψευδαισθήσεις ότι θα τους μεταπείσουν, αλλά να κινητοποιηθούν συσπειρωτικά για τη διάσωση της χώρας τους, εάν μπορούν. Για να αντιμετωπιστεί ο παραλογισμός των συμπατριωτών τους θα πρέπει να αναγνωριστεί ως τέτοιος, να του αποδοθεί το φυσικό δικαίωμα να υπάρχει σαν νοητική αδυναμία πολιτικής σκέψης και να γίνει πλήρως αποδεκτός, χωρίς αντεγκλήσεις και εμφύλια πάθη.

Δεν υπάρχει λόγος να χαλάμε τις καρδιές μας, ούτε να τσακωνόμαστε με φίλους και γνωστούς, που κατά τα άλλα μπορεί να τα βρίσκουμε μια χαρά. Το γεγονός ότι στερούνται πολιτικής αντίληψης ας περιοριστεί σε αυτό το πεδίο και ας αντιμετωπιστεί τεχνικά, με τη μεγαλύτερη δυνατή συγκέντρωση των πολιτικά έλλογων, μήπως καταφέρουν και αλλάξουν τις ισορροπίες υπέρ της λογικής.

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να καταλάβουν, δεν θα καταλάβουν ότι και να τους πεις. Αυτοί που είναι να καταλάβουν, θα καταλάβουν με τις πρώτες κουβέντες. Με αυτούς μπορείς να πας παρακάτω, να δεις τι θα κάνετε μαζί, αν μπορείτε να κάνετε κάτι, για να υπερτερήσετε αριθμητικά των άλλων και να σώσετε το παιχνίδι.

Tuesday, May 9, 2017

Ο κοινότοπος γλάρος

Ξέρω είναι κοινοτοπία απλή
Ο γλάρος είναι ένα σύνηθες πουλί
Απαντάται και σε σκουπιδότοπους γνωρίζω
Αλλά όταν γλάρο στη θάλασσα ατενίζω
Μετά από μήνες στη στεριά
Νιώθω ανείπωτη χαρά
Ανοίγει το βλέμμα μου πανιά
Πελάγη διασχίζω.

Το μέγιστο δυνατό καλό, η άρση προς το άφατο.

Σημείωση της ημέρας:
1. Να κάνεις το μέγιστο δυνατό καλό.
1α. Άρση προς το Άφατο. 
Όπου όλα αίρονται, κλιμακούμενα προς το Άπαν, και μένει μόνο η στιγμή του παρόντος. Χωρίς καμιά επιδίωξη να την ταράζει. Μόνο η αίσθησή της να μένει. 
 1β. Η διάνοιξη προς αυτή τη μορφή συμβίωσης με το Άφατο είναι το υπέρτατο της Πράξης. 
 Αυτή μπορεί να προκύψει μέσα από διάφορες διαδρομές, προσωπικές και δημόσιες.
1γ. Να την ακολουθήσω και προσωπικά και δημοσιο-ποιητικά.
Προχωράω με αυτήν οδηγό -χωρίς να αποπροσανατολίζομαι από ματαιοδοξίες και μικρότητες- κι ό,τι προκύψει.

Ζωή, κάθε μέρα.

Ζωή είναι αυτό που ζούμε μέρα με τη μέρα. Καλό κακό, αυτό είναι. Δεν έχει άλλο. Κι επειδή δεν έχει άλλο, λέω να το ζήσω σαν μοναδικό. Λέω να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ, να πληρώνω λογαριασμούς, να διορθώνω ζημίες, να τρέχω στις εφορίες και να περιμένω στην ουρά αγόγγυστα. Και επιπλέον να το απολαμβάνω. Σαν κάτι ανεπανάληπτο. Που είναι.

Monday, May 8, 2017

Χαρακτηριστικά του ναι-μεν-αλλακισμού

Παρακολουθώντας τα κοινωνικά δίκτυα, διέκρινα μια κατηγορία φίλων σχολιαστών που ξεχωρίζουν από έναν ενδιαφέροντα «ναι-μεν-αλλακισμό», ο οποίος εφαρμόζεται σε πλείστες περιπτώσεις:

Ναι μεν ο Μακρόν κέρδισε, αλλά η Λεπέν πήρε 35% (ή η αποχή ήταν μεγάλη ή ο Μακρόν θα χάσει στις βουλευτικές).
Ναι μεν οι ‘Αγγλοι το παράχεσαν με το brexit, αλλά και η Ευρώπη είναι σκατά.
Ναι μεν το ελληνικό κράτος πήρε ένα σκασμό δανεικά και αγύριστα, αλλά και οι ξένοι δεν έπρεπε να μας τα δώσουν (άσε που το έκαναν επίτηδες, για να μας σκλαβώσουν).
Ναι μεν οι ισλαμιστές τρομοκράτες σκοτώνουν επί τούτου αθώους ανθρώπους, αλλά το ίδιο κάνουν και  οι άλλοι με τους βομβαρδισμούς τους.

Βέβαια, αν η βόμβα σκάσει στο κατώφλι τους (η όποια βόμβα), τότε μπορεί να τους κοπεί το «ναι-μεν-αλλά», όμως μέχρι τότε το εφαρμόζουν απρόσκοπτα, επιλέγοντας μια διαρκή υπεκφυγή από το να πάρουν καθαρή θέση σε θέματα που τους δυσκολεύουν.  Αυτό δεν ισχύει σε ιδεολογικούς τους εχθρούς  και  «ευκολάκια»:

Καταδικάζουν απερίφραστα τη βία των νεοφασιστών, χωρίς να της αναγνωρίζουν άλλοθι, (αλλά δικαιολογούν την αναρχοφασιστική βία ή τουλάχιστον δείχνουν κάποια κατανόηση).
Καταδικάζουν τους Γερμανούς σαν τη πηγή των ευρωπαϊκών δεινών, αφού είναι ένα έθνος ναζί, οριστικά και αμετάκλητα (γι αυτό τώρα θέλουν να ισοπεδώσουν τον κόσμο με το ευρώ, αφού δεν το κατάφεραν με τα τανκς).
Καταδικάζουν τους «φιλελέδες» ως τσιράκια του κεφαλαίου (και του Μπόμπολα/ αλλά όχι του Σαββίδη, αυτός είναι δικός μας), χωρίς να μπαίνουν σε συζήτηση. Τσουβαλιάζουν κάθε αντίλογο με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό φιλελέ, ενώ, επινοούν νεολογισμούς όπως «ακραίο κέντρο», για να κάνουν τους φιλελέδες ακόμη πιο απειλητικούς.

Ο επιλεκτικός «ναι-μεν-αλλακισμός»  έχει τέτοια συμπαγή και επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά που δεν μοιάζει τυχαίος. Αν ενσκήψουμε σε αυτά θα διακρίνουμε δύο βασικές συνιστώσες του: τη στρατευμένη αριστεροσύνη και την αμετανόητη νέο-ελληνοσύνη.

Οι αριστεροί, προτάσσοντας το συλλογικό έναντι του ατομικού, αδυνατούν να συλλάβουν την έννοια της ατομικής ευθύνης, αφού για όλα φταίνε οι κοινωνικές συνθήκες ή το κράτος ή το σύστημα (λες και όλα αυτά είναι θεόσταλτα και όχι επιλεγμένα άμεσα ή έμμεσα από τα ίδια τα άτομα στο σύνολό τους). Εφόσον φταίνε οι συνθήκες, τα άτομα είναι ουσιωδώς ανεύθυνα και δεν μπορεί να καταδικάζονται απερίφραστα. Έτσι πάντα υπάρχει ένα ναι-μεν-αλλά, το οποίο όμως δεν εφαρμόζεται στους πολιτικούς αντίπαλους, καθώς ως στρατευμένη η αριστεροσύνη οφείλει να μεροληπτεί υπέρ της ιδεολογικής επικράτησής της.  

Οι Νεοέλληνες, από την άλλη, έχουν διαπαιδαγωγηθεί από μαμάδες που τρέχουν να τους ταΐσουν με το κουταλάκι κι έτσι δυσκολεύονται να αναλάβουν την ευθύνη του μενού που παραγγέλνουν από τη ζωή τους. Μεγαλώνουν στη σκιά των γονιών τους κι αυτοί των δικών τους, κ.ο.κ, αδυνατώντας να τραβήξουν μια διαχωριστική γραμμή πού αρχίζουν αυτοί και πού τελειώνουν οι άλλοι.  Αυτό καθιστά την διαμόρφωση καθαρών θέσεων στην νεοελληνική επικράτεια εξαιρετικά δύσκολη.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την παρατεταμένη ελλην-ορθοδοξία, που εξακολουθεί να κάνει κουμάντο, ενώ έχει εκπνεύσει επί της ουσίας , θα δούμε μια θρησκευτική εμμονή σε προπατορικά αμαρτήματα, που μας καθιστούν όλους ανεύθυνους (αφού μας έχουν επιβληθεί ως αναπόδραστη κατάρα). Μόνη ελπίδα η Δευτέρα Παρουσία (η επανάσταση, ο σοσιαλισμός, το έθνος, η δραχμή, κλπ) και μόνη διόρθωση ο Κατακλυσμός (η σοκαριστική επικράτηση του κακού, η κρίση, η χρεοκοπία, η διάλυση, η Λεπέν, κλπ).
Κρίμα που κέρδισε ο Μακρόν. 

Wednesday, March 22, 2017

Το αδιάφορο δέντρο


Στο απέναντι δέντρο,
σχεδόν κάθε πρωί,
ένα γεράκι κόβει βόλτες από ψηλά,
μέχρι που ένα ζευγάρι κοράκια που φωλιάζει εκεί,
το καταδιώκει ζευγαρωτά, επιτυχώς.
Αυτό, επίμονο, έρχεται την επομένη,
τσεκάροντας προφανώς την ετοιμότητα του ζεύγους να υπερασπιστεί τους νεοσσούς του.
Με την παραμικρή αδράνεια, είναι βέβαιο ότι θα επιτεθεί.
(Όπως συμβαίνει και στα δικά μας,
που αν αφήσεις τον οποιοδήποτε βουλιμικό, δεν το χει τίποτε να σε φάει ζωντανό.)
Κάποια στιγμή το γεράκι θα βαρεθεί,
όταν αποδειχτεί η αποφασιστικότητα του ζεύγους
να μάχεται ενωμένο ενάντια σε οτιδήποτε απειλεί τα μωρά του,
μέχρι αυτά να μεγαλώσουν αρκούντως.
Κάθε πρωί μια μικρή μάχη ζωής,
(ανάλογη με τις δικές μας καθημερινές μάχες),
δίνεται στο απέναντι δέντρο,
το οποίο τη φιλοξενεί, αδιάφορο για την έκβασή της.
(Όπως το σύμπαν αδιαφορεί για τις δικές μας καθημερινές μάχες.
Όπως το Είναι αδιαφορεί για το γίγνεσθαι.)