Saturday, January 13, 2018

Μαθήματα θανάτου

Πολλοί που βρίσκονται κοντά στο θάνατο τείνουν να φιλοσοφήσουν, βγάζοντας μερικά πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για εμάς τους ζωντανούς. Να χαιρόμαστε τη ζωή, να μοιραζόμαστε τα αγαθά της, να είμαστε καλοί και να μην είμαστε αχάριστοι, αδηφάγοι, κακοί. Σοφές φωνές, που γρήγορα θα σκεπαστούν από τη βοή της καθημερινότητάς μας.

Θα αγνοήσουμε όλα αυτά τα σοφά, για να αρχίσουμε πάλι τα συνηθισμένα, μέχρι ένας άλλος θάνατος να τα ξαναθυμίσει και πάλι να τα ξεχάσουμε, έως ότου ο δικός μας να τα υπογραμμίσει για τα καλά.

Ένα μέρος αυτής της αγνόησης είναι σημαντικό, γιατί η ίδια η ζωή το ζητάει. Να αγνοήσουμε το θάνατο, να κάνουμε τρέλες, να παραφερθούμε, να βγάλουμε τα απωθημένα μας, κλπ. Όλα αυτά φυσικά και κατανοητά. Υπάρχει όμως ένα όριο, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοούμε. Το αναπόφευκτο όριο που θέτει η προοπτική του θανάτου και μας υπενθυμίζουν όσοι το φτάνουν.

Αυτό το όριο, που φρενάρει την επεκτατικότητά μας και μας κάνει να επιστρέψουμε στο τώρα (για να το χαρούμε, μοιραστούμε, φροντίσουμε, κλπ.) τείνει να αγνοηθεί, όχι γιατί η ίδια η ζωή το ζητάει, αλλά επειδή το κοινωνικό μας σύστημα στηρίζεται στην επεκτατικότητα.

Αυτός είναι ο λόγος που οι φωνές των μελλοθάνατων τείνουν να ξεχαστούν τόσο γρήγορα. Είναι μεμονωμένες και δεν υποστηρίζονται κοινωνικά. Ζούμε σε κοινωνίες που απωθούν το θάνατο, εξορίζουν το γήρας και τη φθορά, τα συσκευάζουν σε αποθήκες μακριά από εμάς, για να κάνουν χώρο στην αδηφάγα επέκταση, που κινδυνεύει να φάει τον ίδιο τον πλανήτη και εμάς μαζί, για να ησυχάσουμε μια και καλή.

Οποιαδήποτε προσπάθεια ανάσχεσης αυτής της πορείας και στροφής μας σε ουσιώδη ζητήματα της ζωής, θα πρέπει να περιλαμβάνει την επαναφορά των μαθημάτων του θανάτου στα θρανία της καθημερινότητάς μας. 

Tuesday, January 2, 2018

Ας (ξανα)φανταστούμε τον κόσμο.

Ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε έναν άλλο κόσμο στις μέρες που ζούμε. Οι ουτοπίες κατέρρευσαν, παίρνοντας πολλούς στον λαιμό τους. Χωρίς όμως τη φαντασία ενός άλλου κόσμου, παραδινόμαστε σε αυτόν που έχουμε. Καλός - κακός, αυτός είναι. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.  Το μόνο που μένει είναι η γκρίνια. Γι’ αυτό ακούς να γκρινιάζουν παντού. Ακόμη και στις πιο εύπορες κοινωνίες. Γιατί; Γιατί δεν υπάρχει κανένα όραμα. Μόνο το ασφυκτικό παρόν.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πιο ευαίσθητοι και ανήσυχοι καταφεύγουν στην άρνηση, στην απόρριψη, στην αποδόμηση, στη δυστοπία. Η «δυστοπικότητα» διαδέχτηκε την ουτοπικότητα. Το βλέπουμε στις καλλιτεχνικές εκφράσεις, στις πολιτικές αντι-δράσεις. Το αντί κυριαρχεί, ενώ απουσιάζουν οι προτάσεις. Για να υπήρχαν, θα έπρεπε να τις φανταστούμε.

(Αυτό εξηγεί και γιατί σήμερα, ενώ έχουμε μεγαλύτερη υλική ευμάρεια και πολλά περισσότερα μέσα από το  60-70, οι άνθρωποι είναι τώρα τόσο δύστροποι, ενώ τότε ξανοίχτηκαν ο ένας στον άλλον, φέρνοντας μεγάλες πολιτισμικές αλλαγές. Διότι τότε υπήρχε φαντασία. Υπήρχε μάλιστα τόση πολλή που ήθελε να πάρει την εξουσία. Μπορεί να ήταν λίγο παραπάνω από την ενδεδειγμένη και γι’ αυτό να παρασύρθηκε σε αδιέξοδα, αλλά γέννησε σημαντικές μορφές πολιτισμικού πλούτου και κοινωνικής γενναιοδωρίας, αντίθετα με τη σημερινή μικροψυχία.)

Θεωρώ κρίσιμη την ανάκτηση στη φαντασίας από το σημερινό άνθρωπο. Θα πρέπει, όμως, η φαντασία του να λάβει υπόψη τα μαθήματα από το παρελθόν και να λειτουργήσει λιγότερο ουτοπικά και περισσότερο δημιουργικά,  αυτή τη φορά.

Κατ’ αρχήν, ας φανταστούμε έναν κόσμο που θα θέλαμε πραγματικά να ζούμε. Όχι όπως μας τον υποβάλλουν διάφορες εξιδανικευτικές θεωρήσεις του, αλλά πώς εμείς οι ίδιοι, ειλικρινά, θα τον βλέπαμε. Ποια εικόνα του θα μας αντιπροσώπευε, στ΄αλήθεια;

Έκατσα, λοιπόν, να τον φανταστώ. Το πρώτο που μου ήρθε είναι η απώθηση στην ιδέα ενός κόσμου αγγελικού, με καλοσυνάτα πρόσωπα, έτοιμα να σε αγκαλιάσουν και να σε ασπαστούν. Αυτό το ευνουχισμένο (γιαχωβάδικο ή βουδιστικό) βλέμμα του καλοσυνάτου εναγκαλισμού των πάντων, με απωθεί. Μου φαίνεται μια εικόνα απάνθρωπη, που αφαιρεί τη σωματικότητα του ανθρώπου και τον εξαϋλώνει στα σύννεφα, απαλλαγμένο από την πραγματικότητα και την αλήθεια του.

Είναι η εικόνα που ευαγγελίστηκαν όλες οι ουτοπίες, από τον χριστιανισμό και τον κομουνισμό μέχρι και τον χιπισμό. Για αυτό και απέτυχαν να μετασχηματίσουν τον κόσμο, αλλά έμειναν σκέτα σχήματα, αδύναμα να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις του επελαύνοντος καπιταλισμού. Μια νέα εικόνα πρέπει αντιπαραθέσουμε στον ανέμπνευστο κόσμο των τραπεζιτών, που να είναι όμως βιώσιμη και όχι αβίωτη.

Η εικόνα που εγώ φαντάζομαι είναι ενός κόσμου περισσότερο πνευματώδους (παρά πνευματικού, χωρίς σωματικότητα), περισσότερο ερωτικού (παρά αγαπημένου, χωρίς πάθη), περισσότερο διαφοροποιημένου (παρά ομογενοποιημένου μέσα στην αδιαφορία).

Ας μην είναι τέλειος. Ας έχει τα προβλήματά του – που θα τα έχει -, αλλά να τα επεξεργάζεται έξυπνα, να τα συνομιλεί απροκατάληπτα, να τα αντιλαμβάνεται στην ευρύτητά τους και όχι να τα βλέπει μέσα από στενόμυαλη, μικρο-συμφεροντολογική σκοπιά.  Δεν χρειάζεται να συμφωνεί, αλλά οι διαφωνίες να είναι επιπέδου, με ανταλλαγή επιχειρημάτων και όχι βρυχηθμών ανάμεσα σε ξεροκέφαλα εγώ. Και, οπωσδήποτε, να έχει περισσότερο χιούμορ, με τον ενδεδειγμένο αυτοσαρκασμό για τις πανανθρώπινες ατέλειές μας. Να τείνει,  βέβαια, στην ενότητα, στη λύση των αντιθέσεων και στην υπέρβαση των διαφορών, αναζητώντας την τελειότητα, την αρμονία, το ωραίο και το καλό, αλλά, να το κάνει ενσωματώνοντας την ατομικότητα και όχι εξουδετερώνοντάς τη.  

Ναι, αυτή η εικόνα μού κολλάει καλύτερα. Δεν ξέρω αν μπορεί να εμπνεύσει τα πλήθη (πριν τα πλήθη βυθίσουν τον πλανήτη και την ανθρωπότητα με το βάρος τους), αλλά τη θεωρώ μια φαντασία εφικτή και ευκταία. Είναι το προσωπικό μου όραμα.

Thursday, November 30, 2017

Δημοσιογραφία, SOS

Κατά ένα περίεργο τρόπο, η «εκ-δημοκρατικοποίηση» των μέσων επικοινωνίας από το διαδίκτυο συντέλεσε στην «ξε-δημοκρατικοποίηση» της δημοσιογραφίας, με τη συγκέντρωσή της στα χέρια λίγων ομίλων, που μπορούν να την πληρώνουν, δίνοντας λεφτά ύποπτης προέλευσης, αφού δεν προέρχονται από τους αναγνώστες, ούτε καν από τους διαφημιστές.  

Σε μια εποχή που η ενημέρωση και η πληροφορία παρέχονται δωρεάν από άπειρες πηγές στο διαδίκτυο, κάποιος πρέπει να πληρώνει τους δημοσιογράφους για να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Αυτός ο κάποιος δεν είναι πάντα αγνών προθέσεων και μπορεί να κατευθύνει την ενημέρωση εκεί που θέλει.

Η κατευθυνόμενη δημοσιογραφία δεν είναι κάτι καινούργιο, όμως τείνει να πάρει μεγάλες διαστάσεις, λόγω της αποχώρησης των αναγνωστών από το παιχνίδι. Οι αναγνώστες πληρώνοντας παλιά για μια εφημερίδα, ήταν κατά κάποιο τρόπο συνδιαμορφωτές της. Τη στήριζαν με τον οβολό τους. Τώρα οι δημοσιογράφοι δεν έχουν αυτή τη στήριξη του δήμου και γίνονται ευκολότερα θύματα των ολιγαρχών, κάθε είδους.

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις ήταν ένα ανυπόγραφο άρθρο στην iefimerida που προβαλλόταν ψηλά στις επιλογές της για καιρό, διαβάλλοντας τον Μακρόν, με έντονο και αφοριστικό τίτλο, ως ανάλγητο μπουρζουά, γιατί και καλά φέρθηκε άσπλαχνα σε μια Μαροκινή. Όταν διάβασα το περιεχόμενο δεν διαπίστωσα να έχει κάνει πραγματικά κάτι κακό ο άνθρωπος, παρόλο που ο εν λόγω αρθρογράφος πάσχιζε να το αποδείξει. Μου φάνηκε περίεργη αυτή η δημοσίευση και το τρόπος που πλασαρίστηκε από την iefimerida, σαν δικό της άρθρο, με ένα καταγγελτικό τίτλο, χωρίς καμία επιφύλαξη απέναντι σε μια αναδημοσίευση.

Τυχαίνει να ενημερώνομαι συστηματικά από αυτό το δημοσιογραφικό site, γιατί μοιάζει αρκετά πλήρες, έγκαιρο και φαινομενικά έγκυρο. Έχω δει κατά καιρούς άρθρα και ειδήσεις με τίτλους περίεργους, που προσπέρασα με μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας, όπως έκανα αρχικά και τώρα. Μέχρι που μου έσκασε η σκέψη ότι δεν μπορεί, κάποιο λάκκο έχει η φάβα.

Ξέρουμε ότι ο Πούτιν έχει κάνει τα πάντα για να υπονομεύσει με κατευθυνόμενες ειδήσεις τον Μακρόν υπέρ της Λεπέν, όπως έχει κάνει το ίδιο υπέρ του Τραμπ και υπέρ κάθε ένα που μπορεί να παίξει διαλυτικό ρόλο στο «δυτικό κόσμο», για να ενισχύσει την ανατολική, τσαρική αυτοκρατορία του. Μπορεί να έχασε στην περίπτωση του Μακρόν αλλά ποιος λέει ότι το έβαλε κάτω. Ειδικά που ο «μικρός» έχει φαγωθεί να προωθήσει την ευρωπαϊκή ενοποίηση, κάτι που ο Πούτιν θα πολεμήσει με κάθε τρόπο. Όπως με άρθρα σαν αυτό, σκέφτηκα.

Η σκέψη αυτή μου φάνηκε μια λογική εξήγηση για αυτό το άρθρο. Μπορεί να παίζει βέβαια κάτι άλλο, όμως σίγουρα κάτι παίζει. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα δημοσιογραφικό site που μοιάζει έγκυρο, μπορεί ανά πάσα στιγμή να σου πλασάρει το ψέμα σαν αλήθεια κι εσύ να το χάψεις.

Προφανώς, δεν είναι μόνο αυτό το site που κάνει και κάποιες βρωμοδουλειές για να πληρώσει το νοίκι του. Οι νεο-μαφιόζοι που πήραν τους μεγάλους ομίλους στην Ελλάδα, κάθε άλλο παρά καθαρότητα υπόσχονται. Το ίδιο συμβαίνει και παγκοσμίως. Προχθές ακόμα έγινε γνωστό ότι το Times πέρασε σταχέρια επιχειρηματιών με συντηρητικές απόψεις. Παντού συμβαίνουν ύποπτες εξαγορές. 

Πιθανόν, να μην υπάρχουν πλέον παρά ελάχιστα μέσα στον κόσμο που μπορούμε να εμπιστευόμαστε, από τα απειράριθμα που μας κατακλύζουν και μας προσφέρονται δωρεάν. Εγώ είμαι έτοιμος να καταθέσω τον οβολό μου σε όποιο ελληνικό «σχήμα» παρουσιάσει την αντικειμενικότητα, δυναμικότητα και επαγγελματικότητα που απαιτείται.  Το ίδιο πιστεύω ότι πρέπει να κάνουν οι ενεργοί πολίτες, παντού στον κόσμο. Η άλωση της «τέταρτης εξουσίας» από ολιγάρχες αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους των δημοκρατιών μας. 

Wednesday, November 22, 2017

Το μέλλον ανήκει στο Κέντρο

Ούτε Αριστερά, ούτε Δεξιά. Κέντρο!

Οι περισσότεροι που διαβάζω μιλούν για την ανάγκη ενός Κεντροαριστερού κόμματος,  που θα μπει σφήνα ανάμεσα στον «αριστερό» ΣΥΡΙΖΑ και στη «δεξιά» ΝΔ και θα μας σώσει από τις συμπληγάδες τους. Το κατά πόσο αυτό θα μπορέσει να γίνει από το νέο ΠΑΣΟΚ είναι αμφίβολο, αλλά τι να κάνουμε αφού είναι Κεντρο-αριστερό και το λέει.

Κατά ένα περίεργο λόγο, κανείς δεν έχει θέσει το ερώτημα του καθαρού και ξάστερου Κέντρου, ούτε έχει χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο χωρίς να του βάζει κάποιο πρόσημο, αριστερό ή δεξιό.  Γράφουν, ας πούμε, για την Κεντροδεξιά πλευρά της ΝΔ (πχ. τους Μητσοτάκηδες), δίχως να ζητούν, βέβαια, τη σύσταση ενός Κεντροδεξιού κόμματος, εκλαμβάνοντας μάλλον το δεξιό πρόσημο ως ηθικά απαράδεκτο, ενώ το αριστερό είναι μια χαρά, αρκεί να συνοδεύεται με ένα Κέντρο-κάτι.

Πιθανολογώ ότι αυτό συμβαίνει γιατί οι αγαπητοί αρθογράφοι προέρχονται κατά κύριο λόγο από το χώρο της ευρύτερης Αριστεράς, όπως κι εγώ, που το έφτασα, όμως, μέχρι αναρχία, κι από εκεί, από το μηδέν, τα ξαναείδα όλα από την αρχή, ενώ αυτοί φαίνεται να μην το πήγαν all the way και τους έχει μείνει ακόμη η αριστερή συμπάθεια. Και σωστά, διότι όντως η Αριστερά σημαίνει συμπάθεια, αγάπη και φροντίδα για το φτωχό και αδύναμο. Το πρόβλημα είναι ότι μαζί με τον αδύναμο, η Αριστερά περιθάλπει και την αδυναμία του.

Θύμα του συμπαθητικού της, η Αριστερά δυσκολεύεται να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στον αναξιοπαθούντα και στον ανάξιο, φτάνοντας σήμερα να υπερασπίζεται τη μονιμότητα ρουσφετο-διορισμένων δημοσιο-υπαλλήλων, φαντασιωνόμενη ότι δίνει εργατικούς αγώνες. Γίνεται έτσι εμπόδιο στην εξέλιξη, αντιδρώντας σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση θα κάνει τον αδύναμο να αναμετρηθεί με την αδυναμία του και να πάει μπροστά, συμβάλλοντας και στην κοινωνική πρόοδο, μέσα από τη δική του προκοπή. 

Δεν είναι τυχαίο ότι η πάλαι ποτέ «προοδευτική» αριστερά έχει γίνει στην Ελλάδα ένα προπύργιο συντήρησης, δίνοντας μάχες για εργατοπατερικά κατεστημένα και κηρύσσοντας την επιστροφή σε ένα απώτερο παπανδρεϊκό παρελθόν, λες και πρόκειται για τον απολεσθέντα παράδεισο. Είναι σύμφυτο του κρυπτο-χριστιανικού χαρακτήρα της.

Η «συμπαθητική» Αριστερά, ανανεώνοντας την παράδοση του Χριστιανισμού και δογματίζοντας «υπέρ αδυνάτου», αφήνει στη δικαιοδοσία της Δεξιάς το λόγο υπέρ δυνατού, αρίστου, ισχυρού και όποιου άλλου έχει καταφέρει να επιβληθεί ως τέτοιος στην κοινωνία, σύμφωνα με την -κατά τον Δαρβίνο- εξελικτική αναγκαιότητα της ισχύος, όπως την κατάλαβε η Δεξιά.

Η «δαρβινική» Δεξιά δεν χαμπαριάζει από συμπάθειες. Πολιτικός απόγονος της αθηναϊκής ολιγαρχίας, στην πρώτη αρχαιοελληνική δημοκρατία, επιχειρηματολογεί και επιχειρεί έκτοτε συστηματικά υπέρ της εξουσίας των ισχυρών της ιστορίας (γαιοκτημόνων, αριστοκρατών, στρατοκρατών, φεουδαρχών, παπάδων, βασιλέων, εμπόρων, βιομήχανων και χρηματιστών, κατά σειρά), θεωρώντας, προφανώς, ότι αυτοί αξίζουν –από φυσική επιλογή – να ηγούνται του λαού.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι οι εκάστοτε ισχυροί όχι μόνο δεν εξυπηρετούν την ιστορική εξέλιξη -διαψεύδοντας τον Δαρβίνο-, αλλά κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους να την ανακόψουν, φοβούμενοι την αμφισβήτηση των πρωτείων τους, τα οποία θέλουν να τα κατοχυρώσουν εις το διηνεκές, κληροδοτώντας τα στους απογόνους τους. Δεν προτρέπουν τα βλαστάρια τους να κερδίσουν με το σπαθί τους την εξουσία και να αποδείξουν τη δαρβινική τους υπεροχή, αλλά τους την κληροδοτούν, δημιουργώντας κάστες, ελίτ και «τζάκια», όπου φωλιάζουν ένα σωρό αχρείοι, με τις ευλογίες της Δεξιάς, πάντα.

Όποια μορφή και να παίρνει η Δεξιά, ακόμη και στην πιο φιλελεύθερη ή λαϊκίστικη εκδοχή της, είναι μεταμορφώσεις της εγγενούς προσήλωσής της στην εξυπηρέτηση των εκάστοτε κατεστημένων. Απλά, σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, χρειάζεται και τη ψήφο του λαού, οπότε μασκαρεύει το εξουσιαστικό της προσωπείο με φτιασίδια φιλολαϊκά, κολακεύοντας τα πλέον καθυστερημένα χαρακτηριστικά του λαού (Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια) και ενεργοποιώντας τα συντηρητικά αντανακλαστικά του, με το φόβητρο της «αναρχίας» που θα προκληθεί από την κατάρρευση του κατεστημένου.

Η Δεξιά, ενώ επικαλείται τη φυσική ορμή του δυναμικού «εγώ» σαν ιστορική αναγκαιότητα, καταλήγει εμπροσθοφυλακή της αχρειότητας.
Η Αριστερά, ενώ προβάλλει την κοινοτική ανάγκη της αλληλεγγύης μέσα από ένα ισότιμο «εμείς», καταλήγει να σπιτώνει την ανικανότητα.
Οι καταλήξεις αμφότερων δεν είναι αποτέλεσμα της κακής εφαρμογής των αρχών τους. Είναι σύμφυτες με αυτές και οφείλονται στη ιδρυτική μεροληψία τους, υπέρ του «εγώ» η Δεξιά, υπέρ του «εμείς» η Αριστερά.

Γι' αυτό, χρειάζεται ένα πολιτικό σχήμα που να εκφράσει το καθαρό Κέντρο, χωρίς να κληρονομήσει καμία από τις αριστερο-δεξιές παθογένειες, αλλά να διαμορφώσει την πολιτική του πρόταση και παρουσία μακριά και πέραν αυτών, στηριζόμενο σε εντελώς νέες βάσεις και αρχές.

Συστατικά του Κέντρου

Αν η Πολιτική είναι η τέχνη του "κυβερνάν", η πολιτική του Κέντρου θα πρέπει να είναι η τέχνη του "κυβερνάν αρίστως". Το ότι η δεξιά ή η αριστερή πολιτική δεν μπορούν να καταφέρουν
 το άριστο επ ουδενί, οφείλεται στη μεροληψία των ιδρυτικών τους αρχών, υπέρ του «εγώ» η Δεξιά, υπέρ του «εμείς» η Αριστερά. Την ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο κύρια συστατικά της Πόλης, το Εγώ και το Εμείς, καλείται να ασκήσει η πολιτική του Κέντρου.

Η άσκησης της Ισορροπίας θα πρέπει να είναι η ειδοποιός διαφορά του Κέντρου από άλλες κυβερνητικές πρακτικές και η βασική αρχή της πολιτικής του πρότασης.

Ισορροπία ανάμεσα...

...στο δημόσιο και στο ιδιωτικό (άρα, η "φιλελεύθερη" αποποίηση του δημόσιου τομέα -όπως και του κρατικού παρεμβατισμού- παραβιάζει τη βασική αρχή του Κέντρου)

...στο δυναμικό και στο αδύναμο (άρα, η "σοσιαλδημοκρατική" στήριξη στο κράτος πρόνοιας πρέπει να ενισχυθεί, αφού εξυγιανθεί)

...στην ανάπτυξη και στο περιβάλλον (άρα, η "οικολογική" πρόνοια πρέπει να αποτελεί συστατικό της πολιτικής του Κέντρου)

...στην ελευθερία και στο νόμο (άρα, οι εκτροπές των άκρων θα πρέπει να αντιμετωπισθούν, χωρίς, όμως, να παραβιάζονται τα δημοκρατικά δικαιώματα)

...στην παράδοση και στην πρόοδο (άρα, συντηρητικές αγκυλώσεις, όπως ο εκκλησιαστικός εναγκαλισμός του κράτους, πρέπει να λυθούν)

...στο εθνικό και στο διεθνές (άρα, η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας πρέπει να συνεχιστεί σταθερά και  δημιουργικά, πλην όχι παθητικά και άκριτα)

...κλπ.

Ο κατάλογος μπορεί να συνεχιστεί με αρκετές ακόμη δυάδες που η διαλεκτική τους διαμορφώνει την κοινωνία. Το Κέντρο, όντας ανάμεσά τους και δη στο κέντρο τους, καλείται να συμψηφίζει διαρκώς τις αντιθέσεις τους, συνθέτοντας εκείνη ακριβώς την κυβερνητική πολιτική που θα υπηρετεί το Κοινό Καλό. Αυτός ακριβώς πρέπει να είναι και ο στόχος του Κέντρου: το Κοινό Καλό

Επειδή κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι κατέχει το "κοινό καλό" από πριν, αυτό μπορεί να διαμορφωθεί μόνο μέσα από τη συζήτησή του (συν-ζήτηση) ανάμεσα σε αυτούς που το θέτουν σαν πολιτικό τους ζήτημα. Θα πρέπει να αντιλαμβάνονται την ευρύτητα του στόχου, ότι αφορά το κοινό και όχι το επιμέρους καλό (ατομικό, οικογενειακό, συντεχνιακό, ταξικό ή ακόμα και εθνικό).  Οι προτάσεις θα πρέπει να εξετάζονται ως προς τη γενική ισχύ τους, να λαμβάνουν υπόψη την αλληλεξάρτηση του επιμέρους και του κοινού (του ιδιωτικού και του δημόσιου, του εγώ και του εμείς, του εθνικού και του παγκόσμιου, του μέρους και του όλου), ώστε να βρίσκεται το ανάμεσά τους, αυτό που θα εξυπηρετήσει γόνιμα την συμπληρωματική σχέση τους,  για έναν κόσμο καλύτερο και μια ζωή πληρέστερη. 


Σχηματισμός του Κέντρου

Ξεκινώντας με βασική αρχή την Ισορροπία και στοχεύοντας στο Κοινό Καλό, μένουν πολλά ακόμη να γίνουν για το σχηματισμό του Κέντρου. Το αν θα γίνουν ή όχι εξαρτάται από όσους έχουν την ίδια πολιτική σκέψη. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά όλων αυτών που είναι Έλληνες κι εύκολα αναγνωρίσιμα μεταξύ μας, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε τη πολιτική μας εγγύτητα, είναι η κοινή ερμηνεία της κρίσης:

Ερμηνεύουμε την παρούσα κρίση με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο, χωρίς να φοβόμαστε την αυτοκριτική και χωρίς απαλλάσσουμε κάποιους υπαίτιους, είτε χάριν λαϊκισμού (η Αριστερά, που απαλλάσσει τον «λαουτζίκο») είτε χάριν εξαρτήσεων (η Δεξιά, που απαλλάσσει τα «αφεντικά»).
Στεκόμαστε ανάμεσα στο «για όλα φταίνε οι άλλοι», της Αριστεράς, και «για όλα φταίμε εμείς», της Δεξιάς, προσπαθώντας να διακρίνουμε το σωστό ανάμεσα στις «μνημονιακές» υποχρεώσεις της χώρας και στην ανάγκη της να απεμπλακεί από το χρέος, για να μπορέσει να αναπτυχθεί, (πάντα μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ένωσης).
Μία ανάπτυξη, όμως, που θα στηριχθεί σε νέες βάσεις, έχοντας απαλλαχθεί από τον ρουσφετολογικό κρατισμό, τα συντεχνιακά καρκινώματα, τα ολιγαρχικά προνόμια, όπως και όλο το συρφετό που επισκίασε τη χώρα μεταπολιτευτικά, οδηγώντας τη στα σημερινά σκοτάδια.

Αυτή η κοινή ερμηνεία μπορεί να οδηγήσει σε ένα κοινά συμφωνημένο πρόγραμμα για έξοδο από την κρίση, βήμα – βήμα, με συγκεκριμένα μέτρα και προβλέψεις, το οποίο θα παρουσιαστεί στον κόσμο, ζητώντας την έγκρισή του. (Όχι αοριστολογίες και ευχολόγια για μεταρρυθμίσεις, χωρίς δουλειά επί χάρτου και χρονοδιάγραμμα εργασιών σε βάθος δεκαετίας.)

Με ένα συγκεκριμένο, επεξεργασμένο πρόγραμμα, με άξονα την Ισορροπία και την άσκησή της για το Κοινό Καλό, μπορεί να κερδίσουμε σιγά-σιγά την εμπιστοσύνη του κόσμου, εφόσον εμείς οι ίδιοι πιστέψουμε στην ορθότητα του εγχειρήματος και το εκφράσουμε καθαρά χωρίς αριστερο-δεξιά δεκανίκια, που θα το νοθεύσουν. Αρκεί να βρεθούν οι πρώτοι 40 (κατά το «40 παλληκάρια») που θα το ξεκινήσουν.

Υπάρχει αρκετός σώφρον κόσμος που δεν πείθεται από την αριστερο-δεξιά συνθηματολογία, που απεχθάνεται το ΠΑΣΟΚ και που έχει απογοητευθεί από τους ερασιτεχνισμούς και την αμετροέπεια των διαφόρων κεντρο-αριστερών ή
left-liberal ή προσωποπαγών κινήσεων που έχουν γίνει στον ευρύτερο χώρο του  Κέντρου. Καμία από αυτές δεν μεθοδεύτηκε σωστά και ανοιχτά, καμία δεν έθεσε καθαρά το ζήτημα του Κέντρου, καμία δεν παρουσίασε ικανοποιητικά κάποιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα.   

Γι’ αυτό, το «Κέντρο!» (ή όπως αλλιώς ονομαστεί) πρέπει να παρουσιαστεί με καθαρότητα, με ξεκάθαρους στόχους και διαφανείς διαδικασίες, με ισορροπημένες αρχές και στέρεα όργανα, μαζί με ένα μελετημένο πρόγραμμα. Εδώ είναι που το ποσοτικά λίγο μπορεί να κάνει τη ποιοτική διαφορά και στη συνέχεια να ανέβει σε ποσοστά, κερδίζοντας σταδιακά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αυτό δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Θέλει μεθοδικότητα και προσεκτικό χτίσιμο σε σωστές βάσεις. Η βιασύνη και η προχειρότητα υπονόμευσαν όλες τις προσπάθειες που έγιναν σε αυτό το χώρο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σήμερα τίποτε αξιόπιστο.

Η απογοήτευση για τις αποτυχίες πρέπει να μετατραπεί σε πίστη και πείσμα για τη διαμόρφωση του καθαρού Κέντρου, αφού τα μπασταρδέματα αποδείχτηκαν έωλα και όσοι τα ακολούθησαν ματαιώθηκαν.
Το Ποτάμι "προδόθηκε" από τον αρχηγό του, ακριβώς γιατί στήθηκε ως αρχηγικό κόμμα. Η "Δημιουργία Ξανά" διαλύθηκε από την αμετροέπεια του ιδρυτή της. Η "Δράση" δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον δεξιό εναγκαλισμό της. Η "Δημαρ" τον αριστερό. Κλπ.
Όσον αφορά τις μικρές πρωτοβουλίες, δεν έδειξαν τη μεθοδικότητα που θα βοηθούσε στο μεγάλωμά τους. Μετά και το τελευταίο φιάσκο με τον δήθεν νέο φορέα (του παλιού ΠΑΣΟΚ), τα ψέμματα τέλειωσαν.
Αυτή τη στιγμή στο χώρο του Κέντρου δεν υπάρχει κανένα πολιτικό σχήμα. Ευκαιρία να το διαμορφώσουμε. 


Υ.Γ. Η αναγκαιότητα ανάδειξης μιας ξεχωριστής και αυτόνομης πολιτικής του Κέντρου είναι διαχρονική και διεθνής, καθότι άπτεται ζητημάτων που καμία από τις υπάρχουσες πολιτικές κατατάξεις δεν μπορεί να επεξεργαστεί, λόγω της παλαιότητας των "εργαλείων" που χρησιμοποιούνται. Η ίδια η κατάταξη "δεξιά – αριστερά" είναι παμπάλαια (από τη Γαλλική Επανάσταση), και ήρθε ο καιρός να αμφισβητηθεί. Μπορεί να μην είναι τυχαίο ότι αμφισβητήθηκε στην πράξη από τους ίδιους τους Γάλλους, που έβαλαν στην άκρη τα παλαιά σχήματα, για να επιλέξουν το «Εμπρός» με τον Μακρόν.  

Ανεξάρτητα από τη συγκυρία και από την ανταπόκριση που μπορεί να έχει σε αυτή τη φάση, στην Ελλάδα, ένα τέτοιο εγχείρημα, το μέλλον ανήκει στο Κέντρο!

Tuesday, October 31, 2017

Για τη γερμανική γραφειοκρατία και όχι μόνο αυτή.

Η παροιμιώδης γερμανική γραφειοκρατία, που μπορεί να φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη στα μεγάλα της κέφια, παρουσιάστηκε μπροστά μου σε όλο της το μεγαλείο πρόσφατα και με φώτισε ξαφνικά για το φαινόμενο. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι το Κράτος εδώ σημαίνει δύναμη (Macht) που δεν αμφισβητείται εύκολα, με συνέπεια να μη διορθώνει τις δυσλειτουργίες του, αλλά να επιμένει σε αυτές ως φορέας αδιαμφισβήτητης εξουσίας. 

Μπορεί το ίδιο να συμβαίνει με όλες τις γραφειοκρατίες (ειδικά, η ελληνική είναι τραγελαφική) αλλά η γερμανική με προβλημάτισε ιδιαίτερα διότι εισάγει τον παραλογισμό σε ένα λαό κατά τα άλλα πολύ ορθολογιστικό. Μάλλον αυτό μπορεί να φταίει. Ο πολύς ορθολογισμός, το πολύ σχέδιο, η πολύ αυστηρότητα που δεν εξισορροπούνται από μια κάποια χαλαρότητα. Ναι όλα αυτά χρειάζονται, όπως χρειάζεται και η δύναμη στο Κράτος, αλλά για να εξυπηρετήσουν τον άνθρωπο (και την ανθρωπιά), όχι τον εαυτό τους (και την απανθρωπιά των μηχανισμών).

Γενικά, έχουμε πάλι κι εδώ τη γνωστή απουσία μέτρου που παράγει όλες τις παρενέργειες. Ένα κράτος που χάνει την ισορροπία του και γίνεται φορές εξουσίας αντί εργαλείο εξυπηρέτησης των πολιτών, χάνει τη λειτουργικότητά του και απλά αναπαράγει τον εαυτό του.

Το ίδιο παθαίνουν πολλοί, ακόμη και στις προσωπικές τους σχέσεις.  

Friday, October 20, 2017

Η ώθηση των παιδιών στην αυθυπέρβαση των ζευγαριών.

Το ελεύθερο ζευγάρωμα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Κάποτε οι άνθρωποι  μπορεί να ζευγάρωναν εξ ανάγκης. Με επιβεβλημένα προξενιά, πολλές φορές. Για χωρισμό ούτε λόγος. Έπεφτε η αγία ράβδος. Σήμερα δεν υπάρχει επιβεβλημένη ανάγκη να ζευγαρώσει κανείς. Το ζευγάρωμα συμβαίνει ως επιθυμία (ή εσωτερική ανάγκη).
Το πρόβλημα με την επιθυμία είναι ότι έχει το αβέβαιο πετάρισμα της πεταλούδας. Δεν πάει καρφί, όπως η ανάγκη.  
Όταν το ελεύθερο ζευγάρωμα, που προκύπτει από το αβέβαιο πεταλούδισμα της ερωτικής επιθυμίας, φέρνει ένα παιδί, τότε οι εραστές δένουν για τα καλά.
Οι περιπτώσεις που οι ελεύθερα διαμορφωμένοι δεσμοί δεν εμφανίζουν προβλήματα είναι σπάνιες. Συνήθως, μέσα σε τρία χρόνια το πολύ, θα εμφανιστούν διαφορές που θα οδηγήσουν στο χωρισμό, αν αποδειχτούν αξεπέραστες. 
Όμως για ένα ζευγάρι με παιδιά ο χωρισμός δεν είναι εύκολη υπόθεση, ακόμη και στις αξεπέραστες διαφορές. Δεν μιλάμε για ασυνείδητους γονείς, ούτε για γονείς που δεν χωρίζουν λόγω κοινωνικών συμβάσεων ή/και οικονομικών δεσμεύσεων. Μιλάμε για αυτούς που έχουν σχέση πραγματικής αγάπης με τα παιδιά τους, που προέκυψαν από τη δική τους αγάπη, την ειλικρινή, ελεύθερη και αβίαστη. Εκεί, οι γονείς πιέζονται να ξεπεράσουν το αξεπέραστο. Αυτή η πίεση μπορεί να οδηγήσει σε μια απρόσμενη υπέρβαση του εγώ τους, που δεν φανταζόταν ότι μπορούσε να συμβεί. Τότε, ενώ ήταν έτοιμοι να σφαχτούν, μπορεί να ξαναβρούν την αγάπη και να δώσουν νέα ώθηση στον έρωτά τους, που θα χάνονταν αλλιώς.

Friday, September 29, 2017

Έρως ή Έρις;

Έχω μια απλή, αρχαϊκή ερώτηση για τους σύγχρονους αστροφυσικούς: Ο «έρως» ή η "έρις" (η έριδα, ο πόλεμος, ο τσακωμός, η διάσπαση) είναι η δημιουργική αρχή του κόσμου; Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχει τεθεί εύγλωτα από τους αρχαίους Έλληνες, αλλά νομίζω ότι πρέπει να το ξαναθέσουμε σήμερα.
Αν έχω καταλάβει καλά, η επικρατούσα κοσμογονική θεωρία του big bang λέει χονδρικά ότι το σύμπαν ξεκίνησε με μία μεγάλη έκρηξη, δηλαδή διάσπαση. Όμως, παρατηρούμε παντού στον κόσμο ότι όλα γεννούνται μέσω της σύνθεσης. Κάτι ενώνεται με κάτι άλλο και έτσι γεννάται κάτι τρίτο μέσα από τον -τρόπον τινά- έρωτα αυτών των αρχικών δύο. Παντού, από τις πιο απλές χημικές ενώσεις μέχρι τις πιο πολύπλοκες (εμάς, τους ανθρώπους) συμβαίνει το ίδιο.
(Ακόμη και στις περιπτώσεις που βλέπουμε να πολλαπλασιάζεται κάτι διαιρούμενο, συμβαίνει μέσω της σύνθεσης. Αυτό που διαιρείται έχει συνθέσει πρώτα την ενέργεια -σε επαφή με το περιβάλλον του-, για να πολλαπλασιαστεί διαιρούμενο.)
Εφόσον ο έρωτας είναι ο δημιουργικός κανόνας σε όλα τα πράγματα, είναι δυνατόν το ίδιο το σύμπαν – δηλαδή το σύνολο των πραγμάτων – να αποτελεί εξαίρεση; Μπορεί να ισχύουν άλλοι κανόνες στο επιμέρους και άλλοι στο όλον;
Ή μήπως ισχύουν άλλοι στα κεφάλια των θεωρητικών και άλλοι στην πραγματικότητα;
Φοβάμαι ότι οι θεωρίες αναπτύσσονται σήμερα σε διαχωρισμένα, ανταγωνιστικά περιβάλλοντα – σε κλειστές ακαδημαϊκές κάστες, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους – και έτσι προκύπτει η έριδα σαν δημιουργική αρχή, αντί για τον έρωτα. Οι σύγχρονες κοινωνίες φαίνεται να έχουν υποβάλλει έμμεσα αυτή την αντιστροφή των συμπαντικών αρχών με τον ατομικισμό τους, με τη σχάση του «εμείς» σε διασπασμένα και ανταγωνιστικά εγώ. Το βλέπουμε να συμβαίνει παντού και όχι μόνο στην αστροφυσική. Φαίνεται να έχουμε χάσει το μπούσουλα, παρασυρμένοι από την ορμητικότητα του ανταγωνισμού . Γι’ αυτό, βοηθάει να θέτουμε κάποιες απλές ερωτήσεις, για να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή.
ΥΓ. Αν αποδεχτούμε τον έρωτα ως αρχή, προκύπτουν κάποια ενδιαφέροντα ερωτήματα προς διερεύνηση:
1. Ποιός ήταν ο θεμελιώδης έρωτας που προκάλεσε την κοσμογονία. Τι έρωτεύθηκε τι, για να γεννηθεί ο κόσμος; 2. Ποιος έρωτας κινεί τα άστρα (κι εμάς μαζί τους), από τη στιγμή που γεννήθηκαν; Προς ποια συνεύρεση τείνουν;