Sunday, June 3, 2018

Το πνεύμα της εξέγερσης (που δεν λέει να παραδώσει το πνεύμα).


Το πνεύμα της εξέγερσης ώθησε τον υποταγμένο άνθρωπο να σπάσει τα δεσμά του από δυναστείες, δεσποτείες και δικτατορίες που του είχαν επιβληθεί δια ροπάλου. Υπήρξε ηρωικό και απελευθερωτικό. Υμνήθηκε για τον ηρωισμό του και παρήγαγε πρότυπα, τα οποία αναπαράγονται μέχρι και σήμερα, ακόμη κι αν δεν υπάρχει λόγος εξέγερσης. Η αναπαραγωγή τους σε κάποιες χώρες που θέλουν να ζουν με τον ηρωισμό (χώρες όπως η Ελλάδα) γίνεται μάλιστα μαζικά, καθώς είναι εύκολη και δεν απειλείται από αυστηρές ποινές και αποκεφαλισμούς, όπως παλιά.

Στις σύγχρονες δημοκρατίες δεν συντρέχει πραγματικά λόγος εξέγερσης, καθώς οι κυβερνήσεις εκλέγονται από τον λαό. Όποιος έχει αντίθετη άποψη μπορεί να την εκφράσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο να τον ψηφίσει, αν θέλει να κυβερνήσει αυτός. Οι κοινοβουλευτικές ατέλειες και οι χειραγωγήσεις της κοινής γνώμης αποτελούν προβλήματα των δημοκρατιών, που δικαιολογούν την αμφισβήτηση και την κριτική αλλά όχι την εξέγερση και τη βία. 

Η εξέγερση είναι μια μορφή εύλογης αντίδρασης σε συνθήκες δεσποτικής καταπίεσης και  δικτατορικής ανελευθερίας. Παρόλα αυτά το πνεύμα της εξέγερσης μένει ζωντανό ακόμη στις δημοκρατίες, ως πεπατημένη μορφή ηρωικής ανάδειξης, ελλείψει άλλου προτύπου.
(Δεν είναι τυχαίο που οι Έλληνες προσπαθούν να δικαιολογήσουν την πεπατημένη εξεγερτικότητά τους, αποκαλώντας συστηματικά "χούντα" τις κυβερνήσεις που αυτοί ψήφισαν.)

Χρειαζόμαστε προφανώς νέα πρότυπα ηρωισμού. Αυτά πρέπει να αναζητηθούν στις θαρραλέες προσωπικές στάσεις απέναντι στις σύγχρονες κατεστημένες συμπεριφορές και στα καθεστώτα που πραγματικά κυριαρχούν στους διάφορους τομείς (πολιτικούς, πολιτιστικούς, ακαδημαϊκούς, κλπ.).
Πιθανόν το κατεστημένο σήμερα να βρίσκεται σε όσους συνεχίζουν να προτυπο-ποιούν την εξεγερτικότητα, αναπαράγοντας πρότυπα ενός παλαιο-ριζοσπαστικού μοντερνισμού, που συνεχίζει να το παίζει άτακτο παιδί ενώ έχει πια γεράσει. Το βλέπεις παντού στις Τέχνες, όπου μοντέρνο θεωρείται το ανατρεπτικό, το καταστροφικό, το αποδομητικό. 

Υπάρχουν μάλιστα ολόκληρες χώρες που ζουν σε μια παρεξηγημένη αντίληψη της νεωτερικότητας, σε σημείο το αρνητικό να θεωρείται θετικό και το θετικό αρνητικό. Σε αυτές χρείαζεται επειγόντως αλλαγή του προτύπου ηρωικότητας που ακολουθούν.
(Σε περιπτώσεις, ειδικά, όπως η Ελλάδα, όπου η εξεγερτικότητα έχει γίνει καθεστώς, το ηρωικό θα ήταν ο αγώνας για κανονικότητα, μαζί με τα δύσκολα ερωτήματα που αυτή θέτει.)

Tuesday, May 22, 2018

Έλληνες ή Ελληναράδες; Επείγουσα εθνολογική ανάλυση.

Όλοι οι Έλληνες δεν είναι ένα πράγμα. Ούτε οι Γερμανοί είναι. Ούτε οι Ρώσοι. Ούτε οι Αμερικάνοι. Κανένα έθνος δεν αποτελείται από έναν μόνο  ανθρωπότυπο, έστω κι αν τα άτομα που το συνιστούν μοιράζονται κάποια κοινά πράγματα, όπως τη γλώσσα, τον τόπο, την ιστορία του.

Βέβαια, κάποια ανθρωπολογικά ή πολιτισμικά χαρακτηριστικά μπορεί να είναι συχνά σε κάθε έθνος και να το χαρακτηρίζουν προς τα έξω, αλλά αυτό συμβαίνει μάλλον επιφανειακά. Όποιος το ψάξει θα δει ότι  αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν αντιπροσωπεύουν πραγματικά ένα έθνος και δεν εκφράζουν ποτέ το σύνολό του. Ούτε όλοι οι Γερμανοί είναι ψυχροί υπολογιστές, ούτε οι Αμερικάνοι τσιχλόφουσκοι ιμπεριαλιστές, ούτε οι Ρώσοι αντιευρωπαίοι πουτινιστές. Και, βέβαια, ούτε οι Έλληνες είναι όλοι λαμόγια.

Το ότι η λαμογιά συχνάζει στο ελληνικόν έθνος και το ρεζίλεψε διεθνώς, όταν έσκασε η φούσκα του χρέους, είναι ένα αναπόφευκτο ιστορικό γεγονός, γνωστό τοις πάσι. Ακόμη και σε απομονωμένες χώρες της Αφρικής το έχουν μάθει. Θα πάρει πολύ καιρό και πολλή προσπάθεια να αμβλυνθούν οι εντυπώσεις του. Το σκάσιμο όμως της φούσκας αποκάλυψε και μια άλλη πλευρά του έθνους πολύ χειρότερη, που κινδυνεύει να το χαρακτηρίσει.

Είναι η πλευρά που εκφράστηκε με τις κρεμάλες των «αγανακτισμένων», με το να καεί το μπουρδέλο η βουλή, να καεί και η Marfin, να τα κάνουμε όλα πουτάνα, βρυχώντας εθνικούς ύμνους και κυνηγώντας με λάβαρα και αγιαστούρες όποιον τολμήσει να μιλήσει για Ευρώπη, πολιτισμό, διάλογο με γείτονες και συζήτηση με πολιτικούς αντίπαλους. Μόνο φανατισμός, καφρίλα και ξύλο εν ονόματι του Έθνους, με το Ε κεφαλαίο (ή της Αναρχίας, με το κεφαλαίο Α σε κύκλο και φυτίλι να τα κάψουμε όλα).

Πρόκειται για έναν κοινωνικο-πολιτικό χουλιγκανισμό που κατέβηκε από τις κερκίδες του ακρο-δεξιού (ή ακρο-αριστερού) περιθωρίου στο γήπεδο και θέλει να κερδίσει το παιχνίδι με τη βία. Αυτές οι ακραίες πτυχές υπήρχαν πάντα, όπως και υπάρχουν σχεδόν σε όλες τις δημοκρατίες. Το καινούργιο στην Ελλάδα είναι ότι έχουν αποκτήσει μεγάλη δύναμη και έχουν βγει για τα καλά από το περιθώριο, όπου φώλιαζαν στη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Δεν είναι μόνο τα στρατευμένα χρυσαύγουλα, δεν είναι μόνο οι κουκουλοφόροι που βανδαλίζουν, δεν είναι μόνο τα χουλιγκάνια που τα καίνε, είναι και όλοι αυτοί και αυτές που τους επικροτούν, τους παρακινούν, τους υποστηρίζουν και τους τροφοδοτούν με φανατισμό, μίσος, βαρβαρότητα, βλακεία και τύφλα. Και όλοι αυτοί είναι πολλοί!!

Όποιος διαβάσει τα σχόλια που γράφονται από αυτούς στα social media μετά την επίθεση στον Μπουτάρη θα τρομάξει με το μέγεθος του πλήθους και της καφρίλας. Αυτοί όλοι μαζί απαρτίζουν το ανθρωπότυπο του «Ελληναρά», που απειλεί να κυριαρχήσει στο σύνολο των Ελλήνων και να τους χαρακτηρίσει σαν έθνος.

(Εδώ ακριβώς είναι που η ακρο-αριστερή εκδοχή της καφρίλας μπαίνει σε παρένθεση διότι είναι μικρότερη σε αριθμό και δεν αποτελεί πλειοψηφικό ρεύμα. Παραμένει περιθωριακή έστω και αν έχει μεγάλη «δύναμη πυρός» και μπορεί να γκετοποιεί μια ολόκληρη περιοχή όπως τα Εξάρχεια - το κάνουν, άλλωστε, και οι αθίγγανοι στα Λιόσια. Επειδή είναι λίγοι σε αριθμό δεν απειλούν να χαρακτηρίσουν τους Έλληνες και δεν θα τους συμπεριλάβουμε σε αυτήν την επείγουσα εθνολογική ανάλυση. Χρήζουν ιδιαίτερης κατάταξης - και πάταξης).

Το πλήθος των Ελληναράδων φάνηκε καθαρά στην επίθεση εναντίον του Μπουτάρη, μέσα από όλους αυτούς που την υποστήριξαν. Αυτή η επίθεση σηματοδοτεί το τέλος των ψευδαισθήσεων. Τραβάει μια κουρτίνα και δείχνει το μέγεθος του αποστήματος. Πρόκειται για μια συμπαγή μάζα, για έναν κακοήθη όγκο που αυξάνεται σαν καρκίνος και απειλεί να κυριαρχήσει στην Ελλάδα, διαλύοντας τις αντιστάσεις του ανοσοποιητικού της.

Η επίθεση στον Μπουτάρη αποτελεί μιαν οριακή στιγμή, που τραβάει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εμάς και αυτούς. Αν τους αφήσουμε, θα κυριαρχήσουν, θα μας χαρακτηρίσουν σαν σύνολο και θα μας κάνουν να τρομάξουμε με τους εαυτούς μας.
Έλληνες ή Ελληναράδες; Πάρτε θέση!

Sunday, April 29, 2018

Η σύγχρονη κατάντια του ελληνικού έθνους και ποιες επιλογές μας μένουν.

Από όπου και να πιάσεις αυτό το λαό, λερώνεσαι. Κάθε μέρα κι ένα – τουλάχιστον – σκάνδαλο. Η Unicef, η ΜΚΟ Αλληλεγγύη, το κύκλωμα με τα αντικαρκινικά φάρμακα, το Γηροκομείο Αθηνών, ο Ερυθρός Σταυρός, κλπ κλπ. Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό.Δεν μπορεί για όλα αυτά τα φαινόμενα να φταίει ο Τσίπρας. Ούτε ότι με τον Κυριάκο θα σταματήσουν.

Πρόκειται για συλλογική εξαχρείωση που δεν έχει να κάνει μόνο με κόμματα αλλά εξαπλώνεται σε όλες τις κατηγορίες, τάξεις και ομάδες. Ένας φίλος μου, στέλεχος φαρμακευτικής, μου εξήγησε ότι οι εταιρίες δεν μπορούσαν να προωθήσουν φάρμακα αν δεν λάδωναν τον καθένα γιατρό ξεχωριστά, κατ’ απαίτησή του. Ήταν οι ίδιοι οι γιατροί που παζάρευαν τη συνταγογραφία και αφού έκαναν ντηλ με την όποια φαρμακευτική, φλόμωναν τον κόσμο με τα φάρμακά της, συνταγογραφώντας ακόμα και για πεθαμένους. Μου είπε ότι δεν ήταν έτσι πάντα, αλλά το πράγμα ξέφυγε από ένα σημείο και μετά. (Όσο για τη Novartis, μου εξήγησε, ότι έκανε ότι έκαναν όλες οι εταιρίες, αλλά πιο επιθετικά.)

Ποιο είναι αυτό το σημείο από το οποίο και μετά «χάθηκε η μπάλα»; Κάποιοι το εντοπίζουν στο ’81, στην επικράτηση του ΠΑΣΟΚ. Τι συνέβη τότε; Ήταν πριν καλύτερα, με τη δεξιά, τη χούντα, τους εμφυλίους, τις μικρασιατικές καταστροφές, τους μεγαλο-ιδεατισμούς, τους αλληλοσπαραγμούς βασιλο-βενιζελικών, τους Μαυροκορδάτους και πάει λέγοντας;

Φαίνεται το κακό να διαπερνά όλη τη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού έθνους (για να μην πιάσουμε την αρχαία). Τι συμβαίνει, λοιπόν; Είναι κάτι γενετικό;  Δεν μπορεί, διότι οι Έλληνες που φεύγουν έξω, σε προηγμένα κράτη, προκόβουν (οι περισσότεροι). Άρα, τι σκατά συμβαίνει σε αυτό το νότιο-ανατολικό άκρο της Ευρώπης; Μήπως φταίει αυτό ακριβώς, ότι είναι ένα νότιο-ανατολικό άκρο;

Η γεωγραφία παίζει σίγουρα ρόλο: με τους λαούς του Νότου πιο ανοργάνωτους (και ασύδοτους) από τους Βόρειους (που οφείλουν να οργανώνονται λόγω κλίματος).  Η θέση της Ελλάδας, επιπλέον, στα ανατολικά, σε επαφή με τον ανατολίτικο σκοταδισμό (είτε τον σλάβικο είτε τον μουσουλμανικό) και σε διαρκή προστριβή με την Τουρκία είναι μια ακόμα ατυχής παράμετρος.

Η ιστορία της χώρας παίζει επίσης μεγάλο ρόλο: με τον ένδοξο αρχαιοελληνικό κόσμο και την κατάπτωσή του (μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο), με τον βυζαντινικό δογματισμό της ορθοδοξίας, με την μακρόχρονη οθωμανοκρατία, με το μπάσταρδο κράτος που προέκυψε μετά την υποβοηθούμενη ελληνική επανάσταση και με τις παθογένειες του νεοσύστατου έθνους (που διαφωτίζει εξαιρετικά ο Π. Κονδύλης στο βιβλιαράκι του για τις Αίτια της παρακμής).

Όλα αυτά παίζουν ρόλο, αλλά δεν αρκούν να εξηγήσουν αυτό που βλέπουμε σήμερα. Η σημερινή εξαχρείωση έχει κάτι ξεχωριστό.  Πρόκειται για μια γενικευμένη ανηθικότητα που τίποτε δεν την σταματά. Αυτό την κάνει επιθετική, άγρια και αμετανόητη.

Τα μέσα ενημέρωσης έχουν παραδοθεί σε μαφιόζους που φτάνουν να μπουκάρουν με πιστόλια στα γήπεδα, οι δικαστικοί εξελίσσονται σε μια συντεχνία που κοιτάζει ξεδιάντροπα την πάρτη της, οι παπάδες παραληρούν αθεόφοβα ρατσιστικά κηρύγματα, οι μπαχαλάκηδες καίνε ατιμώρητοι, τα πανεπιστήμια είναι «μπουρδέλα», οι Ποντιακοί και άλλοι "εθνικοί σύλλογοι" φιλοξενούν φασίστες που καίνε και δέρνουν απροκάλυπτα, επιτίθενται στον Μπουτάρη μέρα μεσημέρι, τα κόμματα τσακώνονται για τη δική του βία το καθένα και κάνουν μικροπολιτική πάνω σε μια χώρα που σπαράσσετα. Ένα χάος.

Η μόνη δύναμη ελέγχου που προσπαθεί να ελέγξει αυτό το χάος και να το βάλει σε μια κάποια τάξη είναι εξωτερική και οικονομική, με επιβεβλημένα μνημόνια υπό την απειλή της χρεωκοπίας. (Ακόμα και αυτά παραβιάζονται συστηματικά, αλλά οι αριθμοί είναι αμείλικτοι).

Μπορεί όμως τα οικονομικά μέτρα να μας γλυτώσουν από αυτή την κατρακύλα; Είναι κατάπτωση που οφείλεται στην οικονομία (για να αντιμετωπιστεί οικονομο-λογικά) ή μήπως τα οικονομικά μεγέθη δεν είναι παρά δείχτες μιας βαθύτερης κρίσης, και ποια είναι αυτή;

Αν προσέξουμε καλύτερα τα δεδομένα της κρίσης στη καθημερινή τους εκδήλωση, θα δούμε ότι εδράζεται σε άτομα που δρουν χωρίς αναστολή, εν ονόματι του ατομικού τους συμφέροντος και μιας περιορισμένης κοινωνικής αντίληψης (περιορισμένης στην οικογένειά τους, το σόι τους, τους κολλητούς τους, τη σέχτα τους, την αγέλη τους).

Ο χριστιανισμός που έλεγχε τις πράξεις των ατόμων με τη δική του ηθική αξιολόγηση (τις θεολογικές τιμωρίες και ανταμοιβές) δεν έχει καμία ισχύ σήμερα. Είναι ένας μουμιοποιημένος θεσμός σε μια επαναλαμβανόμενη παράσταση μαριονέτας, όπου όλοι υποκρίνονται τους πιστούς, αλλά κανείς πραγματικά δεν πιστεύει, εκτός από ελάχιστους (κυρίως ηλικιωμένους). Το τιμωρητικό του σύστημα  δεν πτοεί πλέον κανένα. Ούτε κανείς όμως έχει το θάρρος να πει την αλήθεια ότι δεν πιστεύει και να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του. Όλοι το παίζουν Χριστιανοί, αποφεύγοντας έτσι την ατομική ευθύνη, τη στιγμή που φέρονται εντελώς ατομιστικά, αφού δεν φοβούνται τιμωρία, ούτε περιμένουν θεϊκή ανταμοιβή.

Το ίδιο συμβαίνει με το σοσιαλισμό. Από τον Παπανδρέου και μετά, που τον χρησιμοποίησε για την εγκαθίδρυση της πασοκικής ηγεμονοκρατίας του, ο σοσιαλισμός έγινε στάχτη στα μάτια για έναν ξετσίπωτο κομματικό φεουδαλισμό, όπως κάνει τώρα εκκωφαντικά η παρέα του Τσίπρα.

Η κατάρρευση των συλλογικών ιδεολογιών του χριστιανισμού και του σοσιαλισμού συνέβη παντού στην Ευρώπη, αλλά στην Ελλάδα αποκρύβεται, επιτρέποντας τα άτομα να τις επικαλούνται για να αποφύγουν τις ευθύνες τους, τη στιγμή που φέρονται εντελώς ανεύθυνα και παντελώς αχρεία.

Εδώ ακριβώς εντοπίζω την «καρδιά» της κρίσης, στην ιδιαίτερη νέο-ελληνική εκδοχή της. Μόνο μια ανοιχτή επίθεση σε αυτό το συλλογικό ψέμα θα μπορούσε να θίξει τη ρίζα του προβλήματος.  Ποιος όμως θα την κάνει;

Είμαστε λίγοι και ανίσχυροι σε αυτήν την επικράτεια του ψεύδους, όσοι από εμάς την αντιλαμβάνονται. Πολλοί έχουμε φύγει έξω, διωγμένοι από αυτήν. Μπορούμε να την αγνοήσουμε, να ρίξουμε μαύρη πέτρα πίσω και να ριζώσουμε αλλού. Είναι μια επιλογή.

Κάποιοι, όμως, ακόμη παιδευόμαστε, μαζί με τους «δικούς μας» στην Ελλάδα. Η επιλογή  που μας απομένει είναι να συνασπιστούμε και να φτιάξουμε δικές μας νησίδες μέσα σε αυτό τον ωκεανό παραλογισμού, για να μη τρελαθούμε εντελώς και να διασώσουμε όση ικμάδα πνεύματος έχει απομείνει σ αυτόν τον τόπο.

ΥΓ. Μια τέτοια νησίδα θα μπορούσε να γίνει το group «Ανάμεσα» ή κάποιο άλλο σχήμα. Όποιο και νάναι, είναι σημαντικό να υπάρξει. Σημαντικό για την ίδια μας την ύπαρξη, εφόσον είναι ακόμη συνδεδεμένη με κάποιο τρόπο με αυτή τη χώρα. 

Sunday, March 18, 2018

Το μέλλον θα καθυστερήσει

Το κτήνος μέσα μας, ο ταξιτζής που γρυλίζει χρυσαυγίτικα,  ο Ερντογάν,  ο Πούτιν,  ο Καμμένος, το γαμημένο μας το σόι,  η Λέγκα του Βορρά,  οι Παοκτσήδες δικέφαλοι τρικέφαλοι γάβροι, η ζηλοφθονία και χαιρεκακία μας, ο Τραμπ αγκαλιά με τον Κιμ Γιογκ Ουν, το Brexit και ο γείτονας που φολιαζει αδέσποτα, η χαζογκόμενα που μας (γ)καβλώνει, οι μαλακοπίτουρες πολιτευτές, οι Καρντασιανς και οι τσιτωμενες στα μποτοξ κυράτσες, οι συμμορίες και οι μπράβοι των λεφτάδων,  οι λεφτάδες,  η άνοδος της ακροδεξιάς, οι κακές μας συνήθειες, οι κρυφο-πουστηδες αρχιμανδρίτες και οι ανοιχτο-φασίστες Άνθιμοι, οι νεο-φασκιωμένες Τουρκαλο-γερμανίδες και οι παλαιο-Ζορμπάδες εστιάτορες ντολμαδάκια κονσέρβα του Βερολίνου,  τα σκουπίδια μας... όλα είναι εδώ και ζητάνε την προσοχή μας. 

Θέλουμε να κοιτάξουμε αλλού,  να δούμε παρακάτω αλλά αυτά μας τραβάνε απ το μανίκι. Πάμε να τρέξουμε και μας βάζουν τρικλοποδιά. Μας αναγκάζουν να επιστρέψουμε σε αυτά,  να σκύψουμε,  να λυγίσουμε, να γυρίσουμε πίσω. Το παρελθόν φυγείν αδύνατον. Το μέλλον θα καθυστερήσει. Αναγκαστικά.  

Friday, March 9, 2018

Κωμωδία, τραγωδία, ρεαλισμός

Η δραματουργία (στο σινεμά ή στο θέατρο) έχει τρεις βασικούς τρόπους να "ανοίξει τα μάτια" του κόσμου: τον κωμικό, τον τραγικό και τον ρεαλιστικό.

Με τον κωμικό γελοιοποιεί τις κατεστημένες παραδοχές και κάνει τον κόσμο να ξεφύγει από τον σφιχτό τους εναγκαλισμό και να δει παραπέρα. Η κωμωδία μετέρχεται την άρση και δρα ανατρεπτικά, δείχνοντας την αντίθετη πλευρά από αυτήν που κοιτάζουν οι περισσότεροι, που ακολουθούν τους εκάστοτε συρμούς. Γι’ αυτό βάζει στόχο συχνά τις μόδες, τις επισημότητες, τους καθωσπρεπισμούς, τις σοβαροφάνειες, τις «κορεκτίλες», κλπ.  

Με τον τραγικό τρόπο η δραματουργία δείχνει τις καταστροφικές  συνέπειες της επιβολής των κατεστημένων παραδοχών και κάνει τον κόσμο να φοβηθεί και να κρατήσει απόσταση από αυτές. Η τραγωδία μετέρχεται την ακραία θέση, καθώς δρα επι-θετικά, ωθώντας τη εκάστοτε ισχύουσα θέση (εξουσία, καθεστώς, συρμό, θεσμό) στα άκρα. Δείχνει στην ίδια κατεύθυνση με αυτήν που πάνε τα πράγματα  και τα σπρώχνει να αποκαλύψουν τη βία τους.

Και η κωμωδία και η τραγωδία ασκούν κριτική στην πραγματικότητα, ενώ ο ρεαλισμός δείχνει την ίδια την πραγματικότητα, με τρόπο που ο κόσμος να τη συνειδητοποιεί. Ο ρεαλισμός μετέρχεται την απεικόνιση των πραγμάτων έτσι όπως είναι στ’ αλήθεια, (θετικά, αρνητικά, γελοία, σοβαρά, κλπ. - χωρίς καμία ωραιοποίηση ή κακοποίηση) παίζοντας τον ρόλο του καθρέφτη. Η ανάδειξη της αλήθειας μπορεί να είναι εξίσου απελευθερωτική, καθώς οι άνθρωποι δεν είναι στ’ αλήθεια αυτό που επικαλούνται οι ισχύουσες θέσεις και οι κατεστημένες παραδοχές.   

Βέβαια, για να λειτουργήσουν όλοι αυτοί οι τρόποι απελευθερωτικά, θα πρέπει οι δραματουργοί να έχουν επίγνωση του ρόλου τους και συνείδηση του έργου που επιτελούν είτε κάνουν κωμωδία είτε τραγωδία είτε ρεαλισμό.

Friday, March 2, 2018

Κρίνετε ίνα κριθείτε!

Μπορώ να διακρίνω εύκολα τα καλά και κακά μιας ταινίας, αλλά δυσκολεύομαι πολύ να τα αντιληφθώ στις δικές μου. Δεν έχω την απόσταση να τα διακρίνω. Χρειάζεται να περάσει καιρός για να τα καταλάβω (αν τα καταλάβω ποτέ).
Ο χρόνος μπορεί να δώσει την απόσταση να δω καθαρά,  αρκεί να έχω τα μάτια μου ανοιχτά. Πολύ καλύτερα θα ήταν, βέβαια, να τα δω στην ώρα τους. Θα είχα κερδίσει πολύτιμο χρόνο. Θα χρειαζόταν όμως η παρέμβαση ενός άλλου, κάποιου που θα έβλεπε απ έξω και θα διέκρινε τα καλά και τα κακά (όπως τα διακρίνω κι εγώ ως τρίτος).
Γι αυτό είναι τόσο σημαντική η κριτική - γιατί η ανοιχτή και καλοπροαίρετη κριτική όλων προς όλους θα μας είχε γλιτώσει από ένα σωρό ασχήμιες. Ασχήμιες που κουβαλάμε στην καμπούρα μας και δυσκολευόμαστε να τις δούμε χωρίς τα μάτια του άλλου για καθρέφτη.
Εδώ, αντίθετα από το χριστιανικό "μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε ", ισχύει το "κρίνετε και κριθείτε". Το πρώτο είναι γεμάτο φόβο και ενοχή, το δεύτερο  είναι τολμηρό και καλεί σε  άνοιγμα.
ΥΓ. Θα ήταν ιδιαίτερα γόνιμο να μιλούσαν ανοιχτά οι δημιουργοί μεταξύ τους,  καθώς αυτοί ξέρουν τη δουλειά από μέσα και καταλαβαίνουν πράγματα που οι απ'έξω δεν πιάνουν. Θα συνέδεαν έτσι την κριτική με τη δημιουργία και θα ξεπερνούσαν τους άγονους διαχωρισμούς που προκαλούν συχνά οι επαγγελματίες κριτικοί. 

Friday, January 26, 2018

«Τι θέλει να πει ο ποιητής» ή πώς η πρόθεση του δημιουργού καθορίζει μία ταινία

1. Κάθε ταινία έχει κάτι να πει.

2. Ακόμη και να μην έχει τίποτε να πει, κάτι λέει αυτό. Μπορεί να λέει ότι το μόνο που έχει να πει είναι η θέληση του δημιουργού της να κάνει μια ταινία. ‘Όποια ταινία να ’ναι, αρκεί να την κάνει. Για οποιοδήποτε λόγο. Για το βιογραφικό του, για τη φήμη του, για τη μαμά του, για να μετρήσει ερωτικά, για να βγάλει λεφτά, για να πάει σε φεστιβάλ, να δοξαστεί, κλπ. Το βαθύτερο κίνητρο του δημιουργού - η πρόθεσή του - σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι να μας πει κάτι, αλλά να πει οτιδήποτε θα έφτιαχνε μια ταινία που θα ανταποκρινόταν επιτυχώς στην όποια επιδίωξή του.
Οι ταινίες που γίνονται για κάποιον από τους παραπάνω λόγους, μπορούν να αξιολογηθούν βάσει αυτών. Έτσι, αν ο/η δημιουργός καταφέρει να βγάλει λεφτά, γκόμενα ή γκόμενο, να πάει σε φεστιβάλ, να κερδίσει βραβεία και αποδοχή από τη μαμά του/της, σημαίνει ότι η ταινία έχει πετύχει το στόχο της και πρέπει να αναγνωρίσουμε κάποια αρτιότητα στην κατασκευή της. Αρκεί να καταλάβουμε τις επιδιώξεις της και να την αξιολογήσουμε ανάλογα.
Είναι σημαντικό να καταλάβουμε αν μια ταινία ανήκει στο τίποτα ή στο κάτι έχει να πει. Αυτό είναι το πρώτο γενικό ξεσκαρτάρισμα, σε μια σειρά από άλλα που ακολουθούν, μέχρι να βρούμε μια ταινία που έχει κάτι σημαντικό να πας πει, με τον τρόπο της.

3. Το πρώτο, «χοντρό» ξεσκαρτάρισμα είναι εύκολο με τις ταινίες που έχουν καθαρά εμπορική χροιά και δεν αποσκοπούν πουθενά αλλού από το box office. Σε αυτές τον κύριο ρόλο τον έχει ο παραγωγός και ο διανομέας, που καθορίζουν το προϊόν βάσει των προοπτικών εισπρακτικής επιτυχίας του. Εδώ το κίνητρο της κατασκευής των ταινιών είναι σαφές και κανένα μπέρδεμα.
Ακόμη κι όταν βασίζονται σε σκηνοθέτες με όραμα, άριστους συντελεστές, άψογους ηθοποιούς και συναρπαστικά σενάρια, αυτό που τις καθορίζει είναι η στόχευση στη τσέπη στου θεατή, έστω κι αν για την κερδίσουν πρέπει να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του με τα υποτιθέμενα νοήματα που υποδύονται οι ιστορίες τους. Επειδή δεν έχουν στην πραγματικότητα κάτι ουσιαστικό να πουν, ρίχνουν το βάρος στην κατασκευή και στο θέαμα. Μπορεί να φτιάχνουν ελκυστικές ταινίες, ενδιαφέρουσες ιστορίες και καθηλωτικά θεάματα, αλλά το κάνουν για να καταναλωθούν ως ψυχαγωγικά προϊόντα, χωρίς να ενδιαφέρονται να μεταδώσουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα στον θεατή.

3α. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις «εμπορικών ταινιών» που παίζουν με νοήματα δυνατά τα οποία ξεπερνούν τα καλούπια της εμπορικότητας και βγάζουν ταινίες μεγαλύτερης σημασίας από όση προϋπολογιζόταν (οι οποίες συνήθως βγαίνουν και έξω από τον προϋπολογισμό). Όπως υπάρχουν και πραγματικοί δημιουργοί σε αυτό το χώρο, που υπερβαίνουν τη σκοπιμότητα του κέρδους για να εκφράσουν κάτι, σπάζοντας τις δεσμεύσεις της αγοράς και σπρώχνοντας τις ιστορίες τους στα όρια μέχρι να βγάλουν κάποιο νόημα (όπως έσπρωξε, για παράδειγμα, ο Κόπολα το «Αποκάλυψη Τώρα» και το έφτασε στα βάθη της ζούγκλας).

4. Το ξεσκαρτάρισμα είναι κάπως πιο δύσκολο με το λεγόμενο ποιοτικό σινεμά (art house) και τις ταινίες του δημιουργού (cinema dauteur), που διατείνονται ότι αποσκοπούν σε κάτι άλλο από το ταμείο, καθώς πρέπει να πείσουν ότι εκφράζουν κάτι τις, το οποίο αν αναγνωριστεί ως σημαντικό θα φέρει αναγνώριση και στους δημιουργούς.
Το μπέρδεμα εδώ έγκειται στη σύγχυση της ατομικής επιδίωξης με την προσωπική έκφραση, καθότι για να αναγνωριστεί ο δημιουργός ως ποιοτικός πρέπει να εκφράζει κάτι προσωπικό που να πείθει για την αυθεντικότητά του. Αυτό οδηγεί πολλούς που κινούνται σε αυτό χώρο να υποδύονται την προσωπική έκφραση, για να επιτύχουν την ατομική επιδίωξη. Συχνά, αυτό δεν γίνεται συνειδητά. Ο δημιουργός διατείνεται ότι θέλει να εκφράσει κάτι με την ταινία του, ενώ κατά βάθος τον νοιάζει κάτι άλλο, αλλά δεν το συνειδητοποιεί.

Το καθοριστικό σημείο βρίσκεται στο έναυσμα της ταινίας, στην πρόθεση της δημιουργίας της:

 Γιατί θέλει κάποιος να κάνει μια ταινία; Τι θέλει να πει;

Αν η πραγματική/μύχια  πρόθεσή του είναι να την κάνει για να πετύχει κάτι και όχι να πει κάτι, τότε ό,τι και να κάνει για να πείσει για την αυθεντικότητά της θα είναι κάλπικο. Οι «κάλπικες» ταινίες μπορεί να είναι πάρα πολλές, καθότι δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές. Το κίνητρο τους είναι συνήθως κρυμμένο, ενώ, ακολουθώντας τις εκάστοτε καλλιτεχνικές μόδες, βραβεύονται κι αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολη τη διάγνωσή τους.

4α. Μέσα σε αυτό το καλπονοθευτικό περιβάλλον, υπάρχουν πάντα αυθεντικοί δημιουργοί που προσπαθούν κάτι να εκφράσουν. Η αυθεντικότητα της έκφρασής τους βρίσκεται σε εκείνη τη αρχική στιγμή που συλλαμβάνουν μια ιδέα για τον κόσμο και κάνουν προσωπικό τους θέμα την κινηματογραφική της απόδοση. Αυτό που τους κινητοποιεί πρωταρχικά είναι αυτή η καθαρή στιγμή, έστω και αν ακολουθούν διάφορα μπερδέματα στη συνέχεια. Εάν καταφέρουν να ξεπεράσουν όλες τις δευτερεύουσες εμπλοκές και να αποδώσουν καθαρά και αποτελεσματικά τη γενεσιουργό τους ιδέα, τότε έχουμε μια ταινία που έχει κάτι να πει.

5. Αυτό που έχει να πει μια ταινία μπορεί να μην είναι πάντα κάτι ρητό. Υπάρχουν ταινίες που εκφράζουν μιαν αίσθηση του κόσμου και όχι μιαν άποψη για τον κόσμο. Εάν κινούνται στη διαισθητική περιοχή και ακολουθούν διαδρομές ποιητικής γραφής, έχουν μια ρευστότητα που δεν περιγράφεται εύκολα με τα λόγια.
Οι ποιητικές ταινίες μπορούν να αξιολογηθούν μόνο διαισθητικά, με το κατά πόσο διεγείρουν χορδές της ψυχής μας παράγοντας αισθήματα μοναδικά. Αν μας αγγίζουν, τότε κάτι μας λένε.

6. Οι αφηγηματικές ταινίες, που είναι και οι περισσότερες, λένε κάποιες ιστορίες (και όχι ποιήματα, όπως οι ποιητικές). Ανεξάρτητα εάν είναι πραγματικές ή φανταστικές, πρόκειται για ιστορίες με αρχή μέση και τέλος (όπως στα μυθιστορήματα).
Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί οι δημιουργοί θέλουν να μας πουν μια ιστορία. Τι θέλουν να μας πουν με αυτήν. Γιατί αυτή και όχι άλλη. Τα ερωτήματα αυτά πρέπει να απαντηθούν με ανάλογο αφηγηματικό τρόπο, δηλαδή με λόγια. Δεν είναι ποιητικής φύσεως, αλλά ρητής. Οι δημιουργοί πρέπει να μπορούν να απαντήσουν στην ερώτηση.
Ακόμη και αν η απάντησή τους είναι «δεν έχω τίποτα να πω, πέρα από το να αφηγηθώ μια ιστορία κινηματογραφική» (που να συναρπάζει, να συγκινεί, να τρομοκρατεί, να χαροποιεί, να βγάζει γέλιο, κλπ.) είναι κι αυτή μια απάντηση που μπορεί να αξιολογηθεί ανάλογα (δηλαδή κατά πόσο μας συναρπάζει, μας συγκινεί, κλπ.)  Όμως και σε αυτές τις απλοϊκές περιπτώσεις, η ιστορία θέλει κάτι να πει. Όταν ο δημιουργός της διαλέγει αυτόν τον χαρακτήρα και όχι τον άλλον, αυτήν τη δράση και όχι την άλλη, ακολουθεί κάποια αξιολογικά κριτήρια που σημαίνουν κάτι. Ακόμη και να μην επινοεί την ιστορία, αλλά να την αντιγράφει από την πραγματικότητα, είναι η ίδια η πραγματικότητα και οι ιστορίες της που μας λένε κάτι. Το ότι αυτός δεν μπήκε στον κόπο να το ψάξει, σημαίνει μάλλον ότι έχουμε ένα δημιουργό που δεν είναι ιδιαίτερα ψαγμένος και μια ταινία δεν έχει κάτι να μας να πει, πέρα από τα αυτονόητα.

6α. Περνάμε έτσι στο επόμενο στάδιο ξεδιαλέγματος. Αυτό των αφηγηματικών ταινιών (καλλιτεχνικών ή εμπορικών) που έχουν κάτι να πουν και το λένε. Εδώ η αξιολόγηση βρίσκεται στο κατά πόσο αυτό που λένε έχει ενδιαφέρον. Αν είναι έξυπνο, ευαίσθητο, διαφωτιστικό, πρωτότυπο ή αποτελεί κοινοτυπία.

7. Τέλος, φτάνουμε σε εκείνες τις σπάνιες ταινίες που όχι μόνο έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν αλλά το εκφράζουν με τρόπο μοναδικό και έξοχο. Σε αυτές ο/η σκηνοθέτης/ις ενορχηστρώνει τις ερμηνείες των ηθοποιών και τη δουλειά των καλλιτεχνικών συντελεστών για να αποδώσουν το νόημα του έργου σε όλες τις διαστάσεις του, όχι μόνο τις νοητικές/νοηματικές (γνωστικές/ηθικές) αλλά και τις αισθητικές. Αγγίζουν έτσι πολύπλευρα τον θεατή, κάνοντας το έργο μια σύνθετη εμπειρία, τόσο νοητική όσο και συναισθηματική αλλά και αισθητική, μιαν εμπειρία αριστουργήματος.