Tuesday, May 9, 2017

Ο κοινότοπος γλάρος

Ξέρω είναι κοινοτοπία απλή
Ο γλάρος είναι ένα σύνηθες πουλί
Απαντάται και σε σκουπιδότοπους γνωρίζω
Αλλά όταν γλάρο στη θάλασσα ατενίζω
Μετά από μήνες στη στεριά
Νιώθω ανείπωτη χαρά
Ανοίγει το βλέμμα μου πανιά
Πελάγη διασχίζω.

Το μέγιστο δυνατό καλό, η άρση προς το άφατο.

Σημείωση της ημέρας:
1. Να κάνεις το μέγιστο δυνατό καλό.
1α. Άρση προς το Άφατο. 
Όπου όλα αίρονται, κλιμακούμενα προς το Άπαν, και μένει μόνο η στιγμή του παρόντος. Χωρίς καμιά επιδίωξη να την ταράζει. Μόνο η αίσθησή της να μένει. 
 1β. Η διάνοιξη προς αυτή τη μορφή συμβίωσης με το Άφατο είναι το υπέρτατο της Πράξης. 
 Αυτή μπορεί να προκύψει μέσα από διάφορες διαδρομές, προσωπικές και δημόσιες.
1γ. Να την ακολουθήσω και προσωπικά και δημοσιο-ποιητικά.
Προχωράω με αυτήν οδηγό -χωρίς να αποπροσανατολίζομαι από ματαιοδοξίες και μικρότητες- κι ό,τι προκύψει.

Ζωή, κάθε μέρα.

Ζωή είναι αυτό που ζούμε μέρα με τη μέρα. Καλό κακό, αυτό είναι. Δεν έχει άλλο. Κι επειδή δεν έχει άλλο, λέω να το ζήσω σαν μοναδικό. Λέω να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ, να πληρώνω λογαριασμούς, να διορθώνω ζημίες, να τρέχω στις εφορίες και να περιμένω στην ουρά αγόγγυστα. Και επιπλέον να το απολαμβάνω. Σαν κάτι ανεπανάληπτο. Που είναι.

Monday, May 8, 2017

Χαρακτηριστικά του ναι-μεν-αλλακισμού

Παρακολουθώντας τα κοινωνικά δίκτυα, διέκρινα μια κατηγορία φίλων σχολιαστών που ξεχωρίζουν από έναν ενδιαφέροντα «ναι-μεν-αλλακισμό», ο οποίος εφαρμόζεται σε πλείστες περιπτώσεις:

Ναι μεν ο Μακρόν κέρδισε, αλλά η Λεπέν πήρε 35% (ή η αποχή ήταν μεγάλη ή ο Μακρόν θα χάσει στις βουλευτικές).
Ναι μεν οι ‘Αγγλοι το παράχεσαν με το brexit, αλλά και η Ευρώπη είναι σκατά.
Ναι μεν το ελληνικό κράτος πήρε ένα σκασμό δανεικά και αγύριστα, αλλά και οι ξένοι δεν έπρεπε να μας τα δώσουν (άσε που το έκαναν επίτηδες, για να μας σκλαβώσουν).
Ναι μεν οι ισλαμιστές τρομοκράτες σκοτώνουν επί τούτου αθώους ανθρώπους, αλλά το ίδιο κάνουν και  οι άλλοι με τους βομβαρδισμούς τους.

Βέβαια, αν η βόμβα σκάσει στο κατώφλι τους (η όποια βόμβα), τότε μπορεί να τους κοπεί το «ναι-μεν-αλλά», όμως μέχρι τότε το εφαρμόζουν απρόσκοπτα, επιλέγοντας μια διαρκή υπεκφυγή από το να πάρουν καθαρή θέση σε θέματα που τους δυσκολεύουν.  Αυτό δεν ισχύει σε ιδεολογικούς τους εχθρούς  και  «ευκολάκια»:

Καταδικάζουν απερίφραστα τη βία των νεοφασιστών, χωρίς να της αναγνωρίζουν άλλοθι, (αλλά δικαιολογούν την αναρχοφασιστική βία ή τουλάχιστον δείχνουν κάποια κατανόηση).
Καταδικάζουν τους Γερμανούς σαν τη πηγή των ευρωπαϊκών δεινών, αφού είναι ένα έθνος ναζί, οριστικά και αμετάκλητα (γι αυτό τώρα θέλουν να ισοπεδώσουν τον κόσμο με το ευρώ, αφού δεν το κατάφεραν με τα τανκς).
Καταδικάζουν τους «φιλελέδες» ως τσιράκια του κεφαλαίου (και του Μπόμπολα/ αλλά όχι του Σαββίδη, αυτός είναι δικός μας), χωρίς να μπαίνουν σε συζήτηση. Τσουβαλιάζουν κάθε αντίλογο με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό φιλελέ, ενώ, επινοούν νεολογισμούς όπως «ακραίο κέντρο», για να κάνουν τους φιλελέδες ακόμη πιο απειλητικούς.

Ο επιλεκτικός «ναι-μεν-αλλακισμός»  έχει τέτοια συμπαγή και επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά που δεν μοιάζει τυχαίος. Αν ενσκήψουμε σε αυτά θα διακρίνουμε δύο βασικές συνιστώσες του: τη στρατευμένη αριστεροσύνη και την αμετανόητη νέο-ελληνοσύνη.

Οι αριστεροί, προτάσσοντας το συλλογικό έναντι του ατομικού, αδυνατούν να συλλάβουν την έννοια της ατομικής ευθύνης, αφού για όλα φταίνε οι κοινωνικές συνθήκες ή το κράτος ή το σύστημα (λες και όλα αυτά είναι θεόσταλτα και όχι επιλεγμένα άμεσα ή έμμεσα από τα ίδια τα άτομα στο σύνολό τους). Εφόσον φταίνε οι συνθήκες, τα άτομα είναι ουσιωδώς ανεύθυνα και δεν μπορεί να καταδικάζονται απερίφραστα. Έτσι πάντα υπάρχει ένα ναι-μεν-αλλά, το οποίο όμως δεν εφαρμόζεται στους πολιτικούς αντίπαλους, καθώς ως στρατευμένη η αριστεροσύνη οφείλει να μεροληπτεί υπέρ της ιδεολογικής επικράτησής της.  

Οι Νεοέλληνες, από την άλλη, έχουν διαπαιδαγωγηθεί από μαμάδες που τρέχουν να τους ταΐσουν με το κουταλάκι κι έτσι δυσκολεύονται να αναλάβουν την ευθύνη του μενού που παραγγέλνουν από τη ζωή τους. Μεγαλώνουν στη σκιά των γονιών τους κι αυτοί των δικών τους, κ.ο.κ, αδυνατώντας να τραβήξουν μια διαχωριστική γραμμή πού αρχίζουν αυτοί και πού τελειώνουν οι άλλοι.  Αυτό καθιστά την διαμόρφωση καθαρών θέσεων στην νεοελληνική επικράτεια εξαιρετικά δύσκολη.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την παρατεταμένη ελλην-ορθοδοξία, που εξακολουθεί να κάνει κουμάντο, ενώ έχει εκπνεύσει επί της ουσίας , θα δούμε μια θρησκευτική εμμονή σε προπατορικά αμαρτήματα, που μας καθιστούν όλους ανεύθυνους (αφού μας έχουν επιβληθεί ως αναπόδραστη κατάρα). Μόνη ελπίδα η Δευτέρα Παρουσία (η επανάσταση, ο σοσιαλισμός, το έθνος, η δραχμή, κλπ) και μόνη διόρθωση ο Κατακλυσμός (η σοκαριστική επικράτηση του κακού, η κρίση, η χρεοκοπία, η διάλυση, η Λεπέν, κλπ).
Κρίμα που κέρδισε ο Μακρόν. 

Wednesday, March 22, 2017

Το αδιάφορο δέντρο


Στο απέναντι δέντρο,
σχεδόν κάθε πρωί,
ένα γεράκι κόβει βόλτες από ψηλά,
μέχρι που ένα ζευγάρι κοράκια που φωλιάζει εκεί,
το καταδιώκει ζευγαρωτά, επιτυχώς.
Αυτό, επίμονο, έρχεται την επομένη,
τσεκάροντας προφανώς την ετοιμότητα του ζεύγους να υπερασπιστεί τους νεοσσούς του.
Με την παραμικρή αδράνεια, είναι βέβαιο ότι θα επιτεθεί.
(Όπως συμβαίνει και στα δικά μας,
που αν αφήσεις τον οποιοδήποτε βουλιμικό, δεν το χει τίποτε να σε φάει ζωντανό.)
Κάποια στιγμή το γεράκι θα βαρεθεί,
όταν αποδειχτεί η αποφασιστικότητα του ζεύγους
να μάχεται ενωμένο ενάντια σε οτιδήποτε απειλεί τα μωρά του,
μέχρι αυτά να μεγαλώσουν αρκούντως.
Κάθε πρωί μια μικρή μάχη ζωής,
(ανάλογη με τις δικές μας καθημερινές μάχες),
δίνεται στο απέναντι δέντρο,
το οποίο τη φιλοξενεί, αδιάφορο για την έκβασή της.
(Όπως το σύμπαν αδιαφορεί για τις δικές μας καθημερινές μάχες.
Όπως το Είναι αδιαφορεί για το γίγνεσθαι.)

Saturday, March 18, 2017

Εθισμός στα μωρά.

Το έπαθα με το πρώτο, το παθαίνω και με το δεύτερο, με 12 χρόνια διαφορά, πως θα 'θελα να είχα ένα και δύο και τρία και άπειρα μωρά! Φαίνεται πως η διαρκής επαφή με ένα μωρό παράγει ένα είδος μαστούρας, σαν να μεθάς με τη μωρουδίστικη υφή τού Είναι και βλέπεις παντού μωράκια, όπως λέμε αστεράκια. 

Υπάρχει κάτι στα μωρά που δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τους οξυδερκείς παρατηρητές των ανθρωπίνων, τους μεγάλους λογοτέχνες, καθώς αυτοί ήταν δοσμένοι στη τέχνη τους και δεν πολυέσκαγαν για τα μαμόθρεπτα. Όμως, αν είσαι ένας ταπεινός γονιός, έτοιμος να αιφνιδιαστείς από το γίγνεσθαι και όχι να το αιφνιδιάσεις με τα επιτεύγματά σου, παθαίνεις τέτοια πλημμυρίδα αισθήσεων νταντεύοντας ένα τόσο δα πλασματάκι, που κελαϊδάς μωρουδίστικα. 

Εγώ, τουλάχιστον, αυτό έπαθα με το πρώτο. Ήθελα κι άλλα μωρά, ενώ λάτρευα κάθε ένα που συναντούσα. Κυκλοφορούσα σαν κλώσα έτοιμη να χουχουλιάσει κάτω από τις φτερούγες της όλα τα κλωσόπουλα του κόσμου.  Αυτό το αίσθημα ήταν  πρωτόγνωρο. Είχα ακούσει για το μητρικό ένστικτο, αλλά διαπίστωσα ότι δεν ήταν θέμα φύλου, ούτε ήταν κάτι καθαρά γυναικολογικό. Έμαθα ότι συμβαίνει και σε άλλους πατεράδες, εφόσον αυτοί είχαν την ευχέρεια να το νιώσουν και δεν χτυπούσαν διπλοβάρδιες στη δουλειά. 
Τώρα, με το δεύτερο, μου ξανάρθε. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Πιθανολογώ ότι πρόκειται για ένα από τα βασικά συστατικά του ανθρώπου, που συμβάλλει στην αναπαραγωγή του (πέρα από τον έρωτα, προφανώς). Πρόκειται για μια μέθη που σε παρασύρει στον μωρουδίστικο πολλαπλασιασμό του γένους. 

Κατά βάθος, αυτή η ιδιότυπη γονεϊκή μαστούρα έχει να κάνει με την επαφή με το σπάργανο του Είναι μας, με το ορθάνοιχτο, πανάγαθο, άγραφο, άφτιαχτο, ζυμαρένιο, πουπουλένιο, μπουμπουκίστικο πρόπλασμα του ατόμου. Πρόκειται για κάτι βαθύτατα υπαρξιακό και ποιητικό. Δεν έχει να κάνει μόνο με τη μυρουδιά, με τα ηχάκια και τα σκερτσάκια του «θείου βρέφους», αλλά με όλα αυτά μαζί και κάτι παραπάνω.  Αφορά το θάμα και την κατάνοιξη μπρος στην χαραυγή των πραγμάτων. Συμβαίνει το ίδιο με το εύθραυστο, ευαίσθητο, εύπλαστο μπουμπουκάκι που μόλις «σκάει» στο κλαδί του, με το πουλάκι που πεταρίζει και τιτιβίζει αβέβαιο στη φωλιά του, με το γατάκι που νιαουρίζει αβοήθητο και δεν μπορείς να του αντισταθείς αν "έχεις καρδιά".
Όλα αυτά μαζί και άλλα πολλά - που θάχουν να πουν κι άλλοι που την έχουν "ακούσει" παρομοίως -, είναι ο βαθύτερος λόγος της μωρουδίστικης λατρείας, μιας λατρείας που έχει υποτιμηθεί σαν λόγος τεκνοποιίας. Δεν αποκλείεται, δηλαδή, τα παλιά χρόνια να έκαναν πολλά παιδιά όχι μόνο επειδή χρειαζόταν πολλά χέρια ή επειδή δεν έπαιρναν προφυλάξεις, αλλά επειδή κάπου λάτρευαν τα μωρά και "φτιαχνόταν" με τη φάση τους. Ακόμη και να μην προλάβαιναν να εντρυφήσουν ιδιαίτερα σε αυτά - με τις έγνοιες που είχαν τότε -, είναι πολύ πιθανό να μαστούρωναν με την παρουσία τους και να υπέπιπταν σε κατ εξακολούθηση γκαστριές από αυτόν τον εθισμό τους.

Η σημερινή εποχή μπορεί να επιβάλλει μια σχετική αυτοσυγκράτηση στην τεκνοποιία – άλλωστε έχουμε και υπερπληθυσμό -, αυτό, όμως, δεν αναιρεί  την τάση για αυτά, λόγω καθαρής έξης. Προφανώς, χρειάζονται οι προϋποθέσεις - ο έρωτας, η ασφάλεια, η ισορροπία με τα επαγγελματικά - για να τεκνοποιήσεις υπό καλές συνθήκες και να μη βρίζεις την ώρα, αλλά καμιά φορά τις προϋποθέσεις τις γεννά το ίδιο το μωρό κι ο εθισμός σου σε αυτό. 
Κατά κάποιο τρόπο, τα μωρά τα γεννούν τα ίδια τα μωρά, κι έτσι το γίγνεσθαι αναπλάθεται κάθε φορά από τα σπάργανά του. Το τι ακολουθεί μετά, είναι μια άλλη ιστορία.

Tuesday, March 14, 2017

Θα ανταποκριθεί η Φιλοσοφία στους καιρούς ή θα υποκύψει σε αυτούς;

Λένε ότι η παρακμή των αρχαιοελληνικών δημοκρατικών πόλεων, με την επικράτηση των μακεδονικών βασιλείων αρχικά και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μετά, έστρεψε τη φιλοσοφία σε μελήματα ατομικής σωτηρίας, καθώς  τα δημόσια ζητήματα είχαν πάρει τέτοιες μαζικές διαστάσεις που δεν «παλεύονταν». Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και τώρα, καθώς τα πολιτικά και πολιτισμικά μεγέθη έχουν πάρει διαστάσεις στις οποίες μόνο μαζικές κουλτούρες και μαζοποιημένες πολιτικές μοιάζει να ανταποκρίνονται . Οι υπόλοιποι, που αναζητούν την ποιότητα, μένουν στην άκρη και προσπαθούν να διασώσουν αυτούς και τον στενό τους περίγυρο.
Χωρίς την υποστήριξη κάποιας γενικής φιλοσοφίας, αυτοσχεδιάζουμε ατομικά, με σπαράγματα ιδεών (εάν δεν υποκύπτουμε σε «ζωροαστρικούς» καθησυχασμούς - τύπου new age).  Δημιουργούμε σχεδίες που παλεύουν να επιπλεύσουν στα ρεύματα της μάζας και μόλις που καταφέρνουμε να χαράξουμε πορεία προς τα όνειρά μας. Άσε, που κινδυνεύουμε να μείνουμε χωρίς όνειρα και οράματα, καθώς αυτά μοιάζουν απλησίαστα, όταν αυτό που επείγει είναι η διάσωσή μας. Μικραίνουμε αναγκαστικά, για να επιβιώσουμε, να επιπλεύσουμε στο κύμα των μαζών.
Η αγωνία της επιβίωσης και της επίπλευσης φαίνεται στη διαρκή μας ένταση, στην έλλειψη χαλάρωσης και ευθυμίας, στα ψυχοσωματικά προβλήματα, στην τρεχάλα να προλάβουμε και να μην έχουμε χρόνο για ένα καφέ, για μια κουβέντα επί γενικού (και όχι στενά επί προσωπικού ή επαγγελματικού).
Άλλωστε, οι γενικές συζητήσεις μπορεί να φέρουν παρεξηγήσεις, καθώς δεν υπάρχει κάποια συνεκτική φιλοσοφία να τις συντονίζει. Άλλοι από εμάς κουβαλούν  υπολείμματα μαρξιστικο-λενινιστικά, άλλοι αναρχο-καταδιωκτικά, άλλοι κρυφο-δεξιά, κλπ. και στο τέλος δεν υπάρχει βάση συνεννόησης.  Ούτε, όμως, γίνεται να επαναφέρουμε κάποιο παλιό ιδεολογικό πλαίσιο, μόνο και μόνο για να τα βρούμε μεταξύ μας, σε μια επίπλαστη ενότητα.
Μπορεί οι καιροί να μην επιτρέπουν τη συγκρότηση μιας φιλοσοφίας που να δίνει μια γενική προοπτική, αλλά η σύνταξη, τουλάχιστον, κάποιων βασικών συντεταγμένων που θα βοηθούσαν τις μεμονωμένες προσπάθειες να συντονιστούν σε ένα κοινό πλαίσιο μίνιμουμ αρχών, θα  ενίσχυε τις προσπάθειες και θα τις έκανε λιγότερο ευάλωτες στα ξεσπάσματα της κακοκαιρίας.
Δεν ξέρω αν γίνονται τέτοιες απόπειρες από τους επαγγελματίες της φιλοσοφίας που δρουν στα ακαδημαϊκά πράγματα, αλλά φοβάμαι πως αναλώνονται σε εσωτερικές υποθέσεις, χάνοντας τη γενική εικόνα του δάσους για την ειδική του δέντρου, το οποίο υπεραναλύουν σωρεύοντας τόνους βιβλιογραφίας. Κλείνονται με κάποιο τρόπο κι αυτοί στον εαυτό τους, ατομικοποιώντας τον φιλοσοφικό ορίζοντα.
Μπορεί να είναι μοιραία κατάληξη της φιλοσοφίας, να πέσει θύμα των καιρών, όπως όλα. (Όπως έγινε και τότε, βέβαια, και ακολούθησε ο Μεσαίωνας.) Εκτός αν καταφέρει με κάποιο τρόπο να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών και να τις ξεπεράσει, τολμώντας να αρθεί στη Γενικότητα, από την οποία, άλλωστε, κατάγεται. 

Friday, February 10, 2017

Μαθήματα ήττας ή πώς γίνεσαι καλός άνθρωπος.

Σε κάθε πτώση, απώλεια, ήττα υπάρχει και κάτι καλό. Εξανθρωπίζεσαι. 
Η νίκη, η επιτυχία, η ισχύς μπορεί να σε κάνουν απάνθρωπο. Να μη νιώθεις τον πόνο του άλλου, τα ζόρια του, τις αδυναμίες. Να απαιτείς από αυτόν δεξιότητες, για να τον εκτιμήσεις. Να γίνεσαι αυστηρός και απαιτητικός. Κι εφόσον δεν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις σου, να γίνεσαι εύκολα τιμωρητικός, έως και κακός. Να απολύεις στη ψύχρα, να απαξιείς να απαντήσεις στον άλλο, να του μιλάς άσχημα, να τον ταπεινώνεις. Αυτές είναι συχνές παρενέργειες της ισχύος, που  σου δίνει η επιτυχία. 
Όταν, όμως, φας τα μούτρα σου κι εσύ με τη σειρά σου, τότε μπορεί να αναγνωρίσεις την ομοιότητά σου με τον "κοσμάκη", να συμπάσχεις μαζί του, έως και να ταυτίζεσαι. 
Ας πούμε, εκεί που πηγαίνεις καμαρωτός, καβάλα στο εγώ σου, καλπάζοντας προς την επιτυχία, σου έρχεται μια ξεγυρισμένη απόρριψη (φαλιρίζει ξαφνικά η επιχείρηση ή απολύεσαι ή κάπως την πατάς), τρως πόρτα και βγαίνεις χαμένος στο δρόμο. Περπατάς μουδιασμένος και μετά από λίγο κοιτάζεις τους ανθρώπους γύρω σου. Ξαφνικά βλέπεις ότι οι περισσότεροι είναι "κοσμάκης", σαν κι εσένα. Τα νήματα της καρδιάς σου ξεδιπλώνονται και ένα ζεστό πλεκτό οικειότητας σε συνδέει με τους άλλους, σαν αγκαλιά. Χαλαρώνεις και περπατάς πιο ανακουφισμένα. Η αγάπη, ναι, η αγάπη, όχι η ισχύς, είναι η λύση.