Wednesday, November 22, 2017

Το μέλλον ανήκει στο Κέντρο

Ούτε Αριστερά, ούτε Δεξιά. Κέντρο!

Οι περισσότεροι που διαβάζω μιλούν για την ανάγκη ενός Κεντροαριστερού κόμματος,  που θα μπει σφήνα ανάμεσα στον «αριστερό» ΣΥΡΙΖΑ και στη «δεξιά» ΝΔ και θα μας σώσει από τις συμπληγάδες τους. Το κατά πόσο αυτό θα μπορέσει να γίνει από το νέο ΠΑΣΟΚ είναι αμφίβολο, αλλά τι να κάνουμε αφού είναι Κεντρο-αριστερό και το λέει.

Κατά ένα περίεργο λόγο, κανείς δεν έχει θέσει το ερώτημα του καθαρού και ξάστερου Κέντρου, ούτε έχει χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο χωρίς να του βάζει κάποιο πρόσημο, αριστερό ή δεξιό.  Γράφουν, ας πούμε, για την Κεντροδεξιά πλευρά της ΝΔ (πχ. τους Μητσοτάκηδες), δίχως να ζητούν, βέβαια, τη σύσταση ενός Κεντροδεξιού κόμματος, εκλαμβάνοντας μάλλον το δεξιό πρόσημο ως ηθικά απαράδεκτο, ενώ το αριστερό είναι μια χαρά, αρκεί να συνοδεύεται με ένα Κέντρο-κάτι.

Πιθανολογώ ότι αυτό συμβαίνει γιατί οι αγαπητοί αρθογράφοι προέρχονται κατά κύριο λόγο από το χώρο της ευρύτερης Αριστεράς, όπως κι εγώ, που το έφτασα, όμως, μέχρι αναρχία, κι από εκεί, από το μηδέν, τα ξαναείδα όλα από την αρχή, ενώ αυτοί φαίνεται να μην το πήγαν all the way και τους έχει μείνει ακόμη η αριστερή συμπάθεια. Και σωστά, διότι όντως η Αριστερά σημαίνει συμπάθεια, αγάπη και φροντίδα για το φτωχό και αδύναμο. Το πρόβλημα είναι ότι μαζί με τον αδύναμο, η Αριστερά περιθάλπει και την αδυναμία του.

Θύμα του συμπαθητικού της, η Αριστερά δυσκολεύεται να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στον αναξιοπαθούντα και στον ανάξιο, φτάνοντας σήμερα να υπερασπίζεται τη μονιμότητα ρουσφετο-διορισμένων δημοσιο-υπαλλήλων, φαντασιωνόμενη ότι δίνει εργατικούς αγώνες. Γίνεται έτσι εμπόδιο στην εξέλιξη, αντιδρώντας σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση θα κάνει τον αδύναμο να αναμετρηθεί με την αδυναμία του και να πάει μπροστά, συμβάλλοντας και στην κοινωνική πρόοδο, μέσα από τη δική του προκοπή. 

Δεν είναι τυχαίο ότι η πάλαι ποτέ «προοδευτική» αριστερά έχει γίνει στην Ελλάδα ένα προπύργιο συντήρησης, δίνοντας μάχες για εργατοπατερικά κατεστημένα και κηρύσσοντας την επιστροφή σε ένα απώτερο παπανδρεϊκό παρελθόν, λες και πρόκειται για τον απολεσθέντα παράδεισο. Είναι σύμφυτο του κρυπτο-χριστιανικού χαρακτήρα της.

Η «συμπαθητική» Αριστερά, ανανεώνοντας την παράδοση του Χριστιανισμού και δογματίζοντας «υπέρ αδυνάτου», αφήνει στη δικαιοδοσία της Δεξιάς το λόγο υπέρ δυνατού, αρίστου, ισχυρού και όποιου άλλου έχει καταφέρει να επιβληθεί ως τέτοιος στην κοινωνία, σύμφωνα με την -κατά τον Δαρβίνο- εξελικτική αναγκαιότητα της ισχύος, όπως την κατάλαβε η Δεξιά.

Η «δαρβινική» Δεξιά δεν χαμπαριάζει από συμπάθειες. Πολιτικός απόγονος της αθηναϊκής ολιγαρχίας, στην πρώτη αρχαιοελληνική δημοκρατία, επιχειρηματολογεί και επιχειρεί έκτοτε συστηματικά υπέρ της εξουσίας των ισχυρών της ιστορίας (γαιοκτημόνων, αριστοκρατών, στρατοκρατών, φεουδαρχών, παπάδων, βασιλέων, εμπόρων, βιομήχανων και χρηματιστών, κατά σειρά), θεωρώντας, προφανώς, ότι αυτοί αξίζουν –από φυσική επιλογή – να ηγούνται του λαού.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι οι εκάστοτε ισχυροί όχι μόνο δεν εξυπηρετούν την ιστορική εξέλιξη -διαψεύδοντας τον Δαρβίνο-, αλλά κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους να την ανακόψουν, φοβούμενοι την αμφισβήτηση των πρωτείων τους, τα οποία θέλουν να τα κατοχυρώσουν εις το διηνεκές, κληροδοτώντας τα στους απογόνους τους. Δεν προτρέπουν τα βλαστάρια τους να κερδίσουν με το σπαθί τους την εξουσία και να αποδείξουν τη δαρβινική τους υπεροχή, αλλά τους την κληροδοτούν, δημιουργώντας κάστες, ελίτ και «τζάκια», όπου φωλιάζουν ένα σωρό αχρείοι, με τις ευλογίες της Δεξιάς, πάντα.

Όποια μορφή και να παίρνει η Δεξιά, ακόμη και στην πιο φιλελεύθερη ή λαϊκίστικη εκδοχή της, είναι μεταμορφώσεις της εγγενούς προσήλωσής της στην εξυπηρέτηση των εκάστοτε κατεστημένων. Απλά, σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, χρειάζεται και τη ψήφο του λαού, οπότε μασκαρεύει το εξουσιαστικό της προσωπείο με φτιασίδια φιλολαϊκά, κολακεύοντας τα πλέον καθυστερημένα χαρακτηριστικά του λαού (Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια) και ενεργοποιώντας τα συντηρητικά αντανακλαστικά του, με το φόβητρο της «αναρχίας» που θα προκληθεί από την κατάρρευση του κατεστημένου.

Η Δεξιά, ενώ επικαλείται τη φυσική ορμή του δυναμικού «εγώ» σαν ιστορική αναγκαιότητα, καταλήγει εμπροσθοφυλακή της αχρειότητας.
Η Αριστερά, ενώ προβάλλει την κοινοτική ανάγκη της αλληλεγγύης μέσα από ένα ισότιμο «εμείς», καταλήγει να σπιτώνει την ανικανότητα.
Οι καταλήξεις αμφότερων δεν είναι αποτέλεσμα της κακής εφαρμογής των αρχών τους. Είναι σύμφυτες με αυτές και οφείλονται στη ιδρυτική μεροληψία τους, υπέρ του «εγώ» η Δεξιά, υπέρ του «εμείς» η Αριστερά.

Γι' αυτό, χρειάζεται ένα πολιτικό σχήμα που να εκφράσει το καθαρό Κέντρο, χωρίς να κληρονομήσει καμία από τις αριστερο-δεξιές παθογένειες, αλλά να διαμορφώσει την πολιτική του πρόταση και παρουσία μακριά και πέραν αυτών, στηριζόμενο σε εντελώς νέες βάσεις και αρχές.

Συστατικά του Κέντρου

Αν η Πολιτική είναι η τέχνη του "κυβερνάν", η πολιτική του Κέντρου θα πρέπει να είναι η τέχνη του "κυβερνάν αρίστως". Το ότι η δεξιά ή η αριστερή πολιτική δεν μπορούν να καταφέρουν
 το άριστο επ ουδενί, οφείλεται στη μεροληψία των ιδρυτικών τους αρχών, υπέρ του «εγώ» η Δεξιά, υπέρ του «εμείς» η Αριστερά. Την ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο κύρια συστατικά της Πόλης, το Εγώ και το Εμείς, καλείται να ασκήσει η πολιτική του Κέντρου.

Η άσκησης της Ισορροπίας θα πρέπει να είναι η ειδοποιός διαφορά του Κέντρου από άλλες κυβερνητικές πρακτικές και η βασική αρχή της πολιτικής του πρότασης.

Ισορροπία ανάμεσα...

...στο δημόσιο και στο ιδιωτικό (άρα, η "φιλελεύθερη" αποποίηση του δημόσιου τομέα -όπως και του κρατικού παρεμβατισμού- παραβιάζει τη βασική αρχή του Κέντρου)

...στο δυναμικό και στο αδύναμο (άρα, η "σοσιαλδημοκρατική" στήριξη στο κράτος πρόνοιας πρέπει να ενισχυθεί, αφού εξυγιανθεί)

...στην ανάπτυξη και στο περιβάλλον (άρα, η "οικολογική" πρόνοια πρέπει να αποτελεί συστατικό της πολιτικής του Κέντρου)

...στην ελευθερία και στο νόμο (άρα, οι εκτροπές των άκρων θα πρέπει να αντιμετωπισθούν, χωρίς, όμως, να παραβιάζονται τα δημοκρατικά δικαιώματα)

...στην παράδοση και στην πρόοδο (άρα, συντηρητικές αγκυλώσεις, όπως ο εκκλησιαστικός εναγκαλισμός του κράτους, πρέπει να λυθούν)

...στο εθνικό και στο διεθνές (άρα, η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας πρέπει να συνεχιστεί σταθερά και  δημιουργικά, πλην όχι παθητικά και άκριτα)

...κλπ.

Ο κατάλογος μπορεί να συνεχιστεί με αρκετές ακόμη δυάδες που η διαλεκτική τους διαμορφώνει την κοινωνία. Το Κέντρο, όντας ανάμεσά τους και δη στο κέντρο τους, καλείται να συμψηφίζει διαρκώς τις αντιθέσεις τους, συνθέτοντας εκείνη ακριβώς την κυβερνητική πολιτική που θα υπηρετεί το Κοινό Καλό. Αυτός ακριβώς πρέπει να είναι και ο στόχος του Κέντρου: το Κοινό Καλό

Επειδή κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι κατέχει το "κοινό καλό" από πριν, αυτό μπορεί να διαμορφωθεί μόνο μέσα από τη συζήτησή του (συν-ζήτηση) ανάμεσα σε αυτούς που το θέτουν σαν πολιτικό τους ζήτημα. Θα πρέπει να αντιλαμβάνονται την ευρύτητα του στόχου, ότι αφορά το κοινό και όχι το επιμέρους καλό (ατομικό, οικογενειακό, συντεχνιακό, ταξικό ή ακόμα και εθνικό).  Οι προτάσεις θα πρέπει να εξετάζονται ως προς τη γενική ισχύ τους, να λαμβάνουν υπόψη την αλληλεξάρτηση του επιμέρους και του κοινού (του ιδιωτικού και του δημόσιου, του εγώ και του εμείς, του εθνικού και του παγκόσμιου, του μέρους και του όλου), ώστε να βρίσκεται το ανάμεσά τους, αυτό που θα εξυπηρετήσει γόνιμα την συμπληρωματική σχέση τους,  για έναν κόσμο καλύτερο και μια ζωή πληρέστερη. 


Σχηματισμός του Κέντρου

Ξεκινώντας με βασική αρχή την Ισορροπία και στοχεύοντας στο Κοινό Καλό, μένουν πολλά ακόμη να γίνουν για το σχηματισμό του Κέντρου. Το αν θα γίνουν ή όχι εξαρτάται από όσους έχουν την ίδια πολιτική σκέψη. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά όλων αυτών που είναι Έλληνες κι εύκολα αναγνωρίσιμα μεταξύ μας, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε τη πολιτική μας εγγύτητα, είναι η κοινή ερμηνεία της κρίσης:

Ερμηνεύουμε την παρούσα κρίση με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο, χωρίς να φοβόμαστε την αυτοκριτική και χωρίς απαλλάσσουμε κάποιους υπαίτιους, είτε χάριν λαϊκισμού (η Αριστερά, που απαλλάσσει τον «λαουτζίκο») είτε χάριν εξαρτήσεων (η Δεξιά, που απαλλάσσει τα «αφεντικά»).
Στεκόμαστε ανάμεσα στο «για όλα φταίνε οι άλλοι», της Αριστεράς, και «για όλα φταίμε εμείς», της Δεξιάς, προσπαθώντας να διακρίνουμε το σωστό ανάμεσα στις «μνημονιακές» υποχρεώσεις της χώρας και στην ανάγκη της να απεμπλακεί από το χρέος, για να μπορέσει να αναπτυχθεί, (πάντα μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ένωσης).
Μία ανάπτυξη, όμως, που θα στηριχθεί σε νέες βάσεις, έχοντας απαλλαχθεί από τον ρουσφετολογικό κρατισμό, τα συντεχνιακά καρκινώματα, τα ολιγαρχικά προνόμια, όπως και όλο το συρφετό που επισκίασε τη χώρα μεταπολιτευτικά, οδηγώντας τη στα σημερινά σκοτάδια.

Αυτή η κοινή ερμηνεία μπορεί να οδηγήσει σε ένα κοινά συμφωνημένο πρόγραμμα για έξοδο από την κρίση, βήμα – βήμα, με συγκεκριμένα μέτρα και προβλέψεις, το οποίο θα παρουσιαστεί στον κόσμο, ζητώντας την έγκρισή του. (Όχι αοριστολογίες και ευχολόγια για μεταρρυθμίσεις, χωρίς δουλειά επί χάρτου και χρονοδιάγραμμα εργασιών σε βάθος δεκαετίας.)

Με ένα συγκεκριμένο, επεξεργασμένο πρόγραμμα, με άξονα την Ισορροπία και την άσκησή της για το Κοινό Καλό, μπορεί να κερδίσουμε σιγά-σιγά την εμπιστοσύνη του κόσμου, εφόσον εμείς οι ίδιοι πιστέψουμε στην ορθότητα του εγχειρήματος και το εκφράσουμε καθαρά χωρίς αριστερο-δεξιά δεκανίκια, που θα το νοθεύσουν. Αρκεί να βρεθούν οι πρώτοι 40 (κατά το «40 παλληκάρια») που θα το ξεκινήσουν.

Υπάρχει αρκετός σώφρον κόσμος που δεν πείθεται από την αριστερο-δεξιά συνθηματολογία, που απεχθάνεται το ΠΑΣΟΚ και που έχει απογοητευθεί από τους ερασιτεχνισμούς και την αμετροέπεια των διαφόρων κεντρο-αριστερών ή
left-liberal ή προσωποπαγών κινήσεων που έχουν γίνει στον ευρύτερο χώρο του  Κέντρου. Καμία από αυτές δεν μεθοδεύτηκε σωστά και ανοιχτά, καμία δεν έθεσε καθαρά το ζήτημα του Κέντρου, καμία δεν παρουσίασε ικανοποιητικά κάποιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα.   

Γι’ αυτό, το «Κέντρο!» (ή όπως αλλιώς ονομαστεί) πρέπει να παρουσιαστεί με καθαρότητα, με ξεκάθαρους στόχους και διαφανείς διαδικασίες, με ισορροπημένες αρχές και στέρεα όργανα, μαζί με ένα μελετημένο πρόγραμμα. Εδώ είναι που το ποσοτικά λίγο μπορεί να κάνει τη ποιοτική διαφορά και στη συνέχεια να ανέβει σε ποσοστά, κερδίζοντας σταδιακά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αυτό δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Θέλει μεθοδικότητα και προσεκτικό χτίσιμο σε σωστές βάσεις. Η βιασύνη και η προχειρότητα υπονόμευσαν όλες τις προσπάθειες που έγιναν σε αυτό το χώρο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σήμερα τίποτε αξιόπιστο.

Η απογοήτευση για τις αποτυχίες πρέπει να μετατραπεί σε πίστη και πείσμα για τη διαμόρφωση του καθαρού Κέντρου, αφού τα μπασταρδέματα αποδείχτηκαν έωλα και όσοι τα ακολούθησαν ματαιώθηκαν.
Το Ποτάμι "προδόθηκε" από τον αρχηγό του, ακριβώς γιατί στήθηκε ως αρχηγικό κόμμα. Η "Δημιουργία Ξανά" διαλύθηκε από την αμετροέπεια του ιδρυτή της. Η "Δράση" δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον δεξιό εναγκαλισμό της. Η "Δημαρ" τον αριστερό. Κλπ.
Όσον αφορά τις μικρές πρωτοβουλίες, δεν έδειξαν τη μεθοδικότητα που θα βοηθούσε στο μεγάλωμά τους. Μετά και το τελευταίο φιάσκο με τον δήθεν νέο φορέα (του παλιού ΠΑΣΟΚ), τα ψέμματα τέλειωσαν.
Αυτή τη στιγμή στο χώρο του Κέντρου δεν υπάρχει κανένα πολιτικό σχήμα. Ευκαιρία να το διαμορφώσουμε. 


Υ.Γ. Η αναγκαιότητα ανάδειξης μιας ξεχωριστής και αυτόνομης πολιτικής του Κέντρου είναι διαχρονική και διεθνής, καθότι άπτεται ζητημάτων που καμία από τις υπάρχουσες πολιτικές κατατάξεις δεν μπορεί να επεξεργαστεί, λόγω της παλαιότητας των "εργαλείων" που χρησιμοποιούνται. Η ίδια η κατάταξη "δεξιά – αριστερά" είναι παμπάλαια (από τη Γαλλική Επανάσταση), και ήρθε ο καιρός να αμφισβητηθεί. Μπορεί να μην είναι τυχαίο ότι αμφισβητήθηκε στην πράξη από τους ίδιους τους Γάλλους, που έβαλαν στην άκρη τα παλαιά σχήματα, για να επιλέξουν το «Εμπρός» με τον Μακρόν.  

Ανεξάρτητα από τη συγκυρία και από την ανταπόκριση που μπορεί να έχει σε αυτή τη φάση, στην Ελλάδα, ένα τέτοιο εγχείρημα, το μέλλον ανήκει στο Κέντρο!

Tuesday, October 31, 2017

Για τη γερμανική γραφειοκρατία και όχι μόνο αυτή.

Η παροιμιώδης γερμανική γραφειοκρατία, που μπορεί να φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη στα μεγάλα της κέφια, παρουσιάστηκε μπροστά μου σε όλο της το μεγαλείο πρόσφατα και με φώτισε ξαφνικά για το φαινόμενο. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι το Κράτος εδώ σημαίνει δύναμη (Macht) που δεν αμφισβητείται εύκολα, με συνέπεια να μη διορθώνει τις δυσλειτουργίες του, αλλά να επιμένει σε αυτές ως φορέας αδιαμφισβήτητης εξουσίας. 

Μπορεί το ίδιο να συμβαίνει με όλες τις γραφειοκρατίες (ειδικά, η ελληνική είναι τραγελαφική) αλλά η γερμανική με προβλημάτισε ιδιαίτερα διότι εισάγει τον παραλογισμό σε ένα λαό κατά τα άλλα πολύ ορθολογιστικό. Μάλλον αυτό μπορεί να φταίει. Ο πολύς ορθολογισμός, το πολύ σχέδιο, η πολύ αυστηρότητα που δεν εξισορροπούνται από μια κάποια χαλαρότητα. Ναι όλα αυτά χρειάζονται, όπως χρειάζεται και η δύναμη στο Κράτος, αλλά για να εξυπηρετήσουν τον άνθρωπο (και την ανθρωπιά), όχι τον εαυτό τους (και την απανθρωπιά των μηχανισμών).

Γενικά, έχουμε πάλι κι εδώ τη γνωστή απουσία μέτρου που παράγει όλες τις παρενέργειες. Ένα κράτος που χάνει την ισορροπία του και γίνεται φορές εξουσίας αντί εργαλείο εξυπηρέτησης των πολιτών, χάνει τη λειτουργικότητά του και απλά αναπαράγει τον εαυτό του.

Το ίδιο παθαίνουν πολλοί, ακόμη και στις προσωπικές τους σχέσεις.  

Friday, October 20, 2017

Η ώθηση των παιδιών στην αυθυπέρβαση των ζευγαριών.

Το ελεύθερο ζευγάρωμα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Κάποτε οι άνθρωποι  μπορεί να ζευγάρωναν εξ ανάγκης. Με επιβεβλημένα προξενιά, πολλές φορές. Για χωρισμό ούτε λόγος. Έπεφτε η αγία ράβδος. Σήμερα δεν υπάρχει επιβεβλημένη ανάγκη να ζευγαρώσει κανείς. Το ζευγάρωμα συμβαίνει ως επιθυμία (ή εσωτερική ανάγκη).
Το πρόβλημα με την επιθυμία είναι ότι έχει το αβέβαιο πετάρισμα της πεταλούδας. Δεν πάει καρφί, όπως η ανάγκη.  
Όταν το ελεύθερο ζευγάρωμα, που προκύπτει από το αβέβαιο πεταλούδισμα της ερωτικής επιθυμίας, φέρνει ένα παιδί, τότε οι εραστές δένουν για τα καλά.
Οι περιπτώσεις που οι ελεύθερα διαμορφωμένοι δεσμοί δεν εμφανίζουν προβλήματα είναι σπάνιες. Συνήθως, μέσα σε τρία χρόνια το πολύ, θα εμφανιστούν διαφορές που θα οδηγήσουν στο χωρισμό, αν αποδειχτούν αξεπέραστες. 
Όμως για ένα ζευγάρι με παιδιά ο χωρισμός δεν είναι εύκολη υπόθεση, ακόμη και στις αξεπέραστες διαφορές. Δεν μιλάμε για ασυνείδητους γονείς, ούτε για γονείς που δεν χωρίζουν λόγω κοινωνικών συμβάσεων ή/και οικονομικών δεσμεύσεων. Μιλάμε για αυτούς που έχουν σχέση πραγματικής αγάπης με τα παιδιά τους, που προέκυψαν από τη δική τους αγάπη, την ειλικρινή, ελεύθερη και αβίαστη. Εκεί, οι γονείς πιέζονται να ξεπεράσουν το αξεπέραστο. Αυτή η πίεση μπορεί να οδηγήσει σε μια απρόσμενη υπέρβαση του εγώ τους, που δεν φανταζόταν ότι μπορούσε να συμβεί. Τότε, ενώ ήταν έτοιμοι να σφαχτούν, μπορεί να ξαναβρούν την αγάπη και να δώσουν νέα ώθηση στον έρωτά τους, που θα χάνονταν αλλιώς.

Friday, September 29, 2017

Έρως ή Έρις;

Έχω μια απλή, αρχαϊκή ερώτηση για τους σύγχρονους αστροφυσικούς: Ο «έρως» ή η "έρις" (η έριδα, ο πόλεμος, ο τσακωμός, η διάσπαση) είναι η δημιουργική αρχή του κόσμου; Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχει τεθεί εύγλωτα από τους αρχαίους Έλληνες, αλλά νομίζω ότι πρέπει να το ξαναθέσουμε σήμερα.
Αν έχω καταλάβει καλά, η επικρατούσα κοσμογονική θεωρία του big bang λέει χονδρικά ότι το σύμπαν ξεκίνησε με μία μεγάλη έκρηξη, δηλαδή διάσπαση. Όμως, παρατηρούμε παντού στον κόσμο ότι όλα γεννούνται μέσω της σύνθεσης. Κάτι ενώνεται με κάτι άλλο και έτσι γεννάται κάτι τρίτο μέσα από τον -τρόπον τινά- έρωτα αυτών των αρχικών δύο. Παντού, από τις πιο απλές χημικές ενώσεις μέχρι τις πιο πολύπλοκες (εμάς, τους ανθρώπους) συμβαίνει το ίδιο.
(Ακόμη και στις περιπτώσεις που βλέπουμε να πολλαπλασιάζεται κάτι διαιρούμενο, συμβαίνει μέσω της σύνθεσης. Αυτό που διαιρείται έχει συνθέσει πρώτα την ενέργεια -σε επαφή με το περιβάλλον του-, για να πολλαπλασιαστεί διαιρούμενο.)
Εφόσον ο έρωτας είναι ο δημιουργικός κανόνας σε όλα τα πράγματα, είναι δυνατόν το ίδιο το σύμπαν – δηλαδή το σύνολο των πραγμάτων – να αποτελεί εξαίρεση; Μπορεί να ισχύουν άλλοι κανόνες στο επιμέρους και άλλοι στο όλον;
Ή μήπως ισχύουν άλλοι στα κεφάλια των θεωρητικών και άλλοι στην πραγματικότητα;
Φοβάμαι ότι οι θεωρίες αναπτύσσονται σήμερα σε διαχωρισμένα, ανταγωνιστικά περιβάλλοντα – σε κλειστές ακαδημαϊκές κάστες, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους – και έτσι προκύπτει η έριδα σαν δημιουργική αρχή, αντί για τον έρωτα. Οι σύγχρονες κοινωνίες φαίνεται να έχουν υποβάλλει έμμεσα αυτή την αντιστροφή των συμπαντικών αρχών με τον ατομικισμό τους, με τη σχάση του «εμείς» σε διασπασμένα και ανταγωνιστικά εγώ. Το βλέπουμε να συμβαίνει παντού και όχι μόνο στην αστροφυσική. Φαίνεται να έχουμε χάσει το μπούσουλα, παρασυρμένοι από την ορμητικότητα του ανταγωνισμού . Γι’ αυτό, βοηθάει να θέτουμε κάποιες απλές ερωτήσεις, για να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή.
ΥΓ. Αν αποδεχτούμε τον έρωτα ως αρχή, προκύπτουν κάποια ενδιαφέροντα ερωτήματα προς διερεύνηση:
1. Ποιός ήταν ο θεμελιώδης έρωτας που προκάλεσε την κοσμογονία. Τι έρωτεύθηκε τι, για να γεννηθεί ο κόσμος; 2. Ποιος έρωτας κινεί τα άστρα (κι εμάς μαζί τους), από τη στιγμή που γεννήθηκαν; Προς ποια συνεύρεση τείνουν;

Sunday, July 23, 2017

Διόρθωση προς το καλύτερο


Βρίσκομαι στον Καναδά και βλέπω τεράστιες εκτάσεις με σιτηρά, τα οποία πωλούνται σε χαμηλή τιμή. Μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι οι τιμές των τροφίμων δεν ανεβαίνουν (ούτε του πετρελαίου, παρεμπιπτόντως), παρόλη την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και τη συνεχή οικονομική ανάπτυξη. Συζητάω το θέμα και πληροφορούμαι ότι υπάρχει μεγάλη δυνατότητα παραγωγής τροφίμων (και πετρελαίου), η οποία βελτιώνεται με την τεχνολογία και ότι δεν προβλέπεται στο σχετικά άμεσο μέλλον κάποια δραματική έλλειψη.

Είμαστε στο Saskatchewan μια επαρχία του κεντρικού Καναδά, διπλάσια σε μέγεθος από τη Γερμανία, με πληθυσμό μόνο 1.200.000, δηλαδή με απέραντες ακατοίκητες εκτάσεις, ακόμη και στο νότιο τμήμα που είναι πιο πρόσφορο. Σκέφτομαι ότι πριν αναγκαστούμε να μετακομίσουμε σε κάποιον άλλο πλανήτη, υπάρχει αρκετός χώρος σε αυτόν για να βολέψει πολύ κόσμο. Την ίδια σκέψη έχω κάνει και για πολλά μέρη της Ευρώπης, βλέποντας από το αεροπλάνο μεγάλες ακατοίκητες εκτάσεις, ειδικά ορεινές. Φαντάζομαι ότι όσο απρόσφορα να είναι τα βουνά, είναι πολύ πιο κατάλληλα από τα σεληνιακά τοπία, που θέλει να μας στείλει επειγόντως ο Hawking.

Προφανώς πολλά από αυτά που λέει ο Hawking κι άλλοι πολλοί επιστήμονες ισχύουν. Τα έχω δραματοποιήσει κι εγώ στην Επανατοποθέτηση προς το χειρότερο

Δεν είναι κάτι καινούργιο η απελπισία για τη πορεία του ανθρώπου. Ο Τσέχωφ (στον Βυσσινόκηπο νομίζω) τραβομαλλιέται για την καταστροφή που επιφέρει ο άνθρωπος στη φύση. Ακόμη και ο Σοφοκλής λέει κάπου για τον άνθρωπο που τα βάζει με όλους. Η αρχαία τραγωδία διεκτραγωδεί κατά κόρον τις συνέπειες της παραβατικότητας του ανθρώπου. Για να μην πάμε πολύ παλιά, στους αρχέγονους μύθους, με τον άνθρωπο παραβάτη της παραδείσιας φυσικής ισορροπίας. Όλα αυτά συνοδεύονται συχνά με διάφορες προφητείες συντέλειας, για doomsdays που όμως όλο αναβάλλονται.

Δεν ήμουν ποτέ ένθερμος καταστροφολόγος, αλλά τα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής, της καταστροφής του περιβάλλοντος και του κλιμακούμενου υπερπληθυσμού, με είχαν οδηγήσει στην πρόβλεψη μιας αναπόφευκτης κατάρρευσης του παγκόσμιου συστήματος, κάποια στιγμή στο μέλλον.  

Προχθές το βράδυ, λοιπόν, πιάσαμε κουβέντα με τους φίλους που επισκεπτόμαστε στη Regina για το θέμα. Ενώ στην αρχή λέγαμε όλοι για το μαύρο μέλλον που μας περιμένει, στην πορεία της συζήτησης διαφάνηκε ένα άλλο ενδεχόμενο. Ένα “what if” για τον άνθρωπο, ένα «μήπως και», που θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα προς άλλη κατεύθυνση, κάπως πιο αισιόδοξη.

Τι θα γινόταν, λοιπόν, εαν η ανθρωπότητα έπιανε ένα οριακό πληθυσμό (20 δις, ας πούμε) και εκεί σταματούσε; Αν, απλά, αναπαραγόταν μετά, κρατώντας τον πληθυσμό της σχετικά σταθερό και ισορροπημένο ηλικιακά; Ένα πληθυσμό που θα μπορούσε να ζήσει σε αυτόν τον πλανήτη, παραλλαγμένο έστω από τις αλλαγές του κλίματος και του περιβάλλοντος.

Προφανώς οι  αλλαγές που θα συντελεστούν ενδιάμεσα, θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις σε ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού και του φυσικού περιβάλλοντος. Θα μπορούσαν αυτές να περιοριστούν όσο γίνεται, με τα κατάλληλα μέτρα. Οπότε, σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μάταιο να προσπαθούμε για ένα καλύτερο μέλλον. Αρκεί να πιστέψουμε σε αυτό, εφόσον φαίνεται να είναι δυνατόν. Έχω αρχίσει να πιστεύω πως είναι. 

Tuesday, May 30, 2017

Πολιτικοί και άλλοι παραλογισμοί του σύγχρονου ανθρώπου.

Είναι εντυπωσιακό πώς η σκέψη των ανθρώπων σκαλώνει μερικές φορές και δεν μπορεί να αντιληφθεί κάποια απλά πράγματα. Για ένα μυστήριο λόγο, η αλληλουχία αιτίας αποτελέσματος δεν μπορεί να εξελιχθεί στο μυαλό τους σε κάποιες περιπτώσεις και λοξοδρομεί σε παραλογισμούς, ενώ, κατά τα άλλα, μπορεί να είναι απόλυτα λογικοί άνθρωποι και πολύ εντάξει τύποι.

Το ατυχές σύμπτωμα εκδηλώνεται σε μια ευρεία γκάμα θεμάτων:
Από την εντυπωσιακή επιμονή των ΚουΚουέδων να μην αντιλαμβάνονται τίποτε μεμπτό στην ηρωική τους ΕΣΣΔ, μέχρι τους «αγανακτισμένους» του facebook, που συνεχίζουν το ίδιο εθνικοαπελευθερωτικό τσάμικο, παρόλη τη σαβούρα που έφαγαν τα χορευτικά τσαλίμια του «Συντάγματος».
Από αυτούς που πιστεύουν στα ούφο, μέχρι αυτούς που νομίζουν ότι υπάρχουν θαυματουργά γιατροσόφια για τον καρκίνο, τα οποία κρύβουν οι φαρμακευτικές εταιρίες.
Από την ερωτοχτυπημένη που πάει σε χαρτορίχτρες για τον αγαπημένο της, μέχρι τους φίλαθλους που τα κάνουν γης μαδιάμ για στημένες φάσεις.
Από την επιστήμονα που τρέχει να «ξεματιαστεί», μέχρι τους προσκυνητές της «Αγίας Κάρας» που συρρέουν να ασπαστούν το άγιο λείψανό της.
Θα μου πεις τι περιμένεις από μια χώρα που υποδέχεται το «Άγιο Φως» με τιμές αρχηγού κράτους, αλλά δεν είναι μόνο οι Έλληνες με συμπτώματα παραλογισμού.

Μην κοιτάξουμε προς Ανατολάς, που ο ανορθολογισμός κάνει πανηγύρι, αλλά και στην πεφωτισμένη Δύση να δούμε, θα διακρίνουμε πολλές νησίδες παραλογισμού στην κατά τα άλλα ορθολογική επικράτειά της.
Πέρα από ότι στο παρελθόν μάς έδωσε θεαματικά παραδείγματα μαζικής παραφροσύνης (όπως στη ναζιστική Γερμανία), η Δύση διασώζει ουκ ολίγα παράλογα στοιχεία και σήμερα.
Από το ότι οι Αμερικάνοι κάνουν πρόεδρό τους έναν ανισόρροπο τύπο μέχρι το ότι ένα σωρό μορφωμένοι άνθρωποι παίρνουν στα σοβαρά διάφορες
new age πομφόλυγες (από την ομοιοπαθητική και την αστρολογία ως το ρέικι και τη μαγνητοθεραπεία εξ αποστάστεως). Ακόμη και το αντιεμβολιακό κίνημα δεν είναι παρά μια επίδειξη ισχύος του παραλογισμού, ενάντια στις κατακτήσεις της επιστήμης και του ορθού λόγου.

Ως ένα βαθμό, αυτή η εμπλοκή της λογικής μπορεί να εξηγηθεί σαν αντίδραση των ατόμων στην επιστημονοκρατία και στην κατίσχυση του ορθολογισμού. Είναι σαν οι άνθρωποι να υιοθετούν το παράλογο επίτηδες, για να σπάσουν τα δεσμά της λογικής, να αναποδογυρίσουν τα θρανία της μαθητείας τους στη δυτική σκέψη και να αυθαιρετήσουν, βιώνοντας την άγρια ελευθερία των πρωτόγονων, που έκαναν βουντού για να βρέξει. Κάτι τέτοιο θα ήταν μια χαρά, αν το παραδεχότανε οι ίδιοι. Θα μπορούσαν, μάλιστα, να απαιτήσουν ζώνες ελεύθερου παραλογισμού, κι αυτό θα είχε μεγάλη πλάκα και ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. ‘Όμως, όλοι αυτοί θεωρούν τους παραλογισμούς τους απόλυτα λογικούς. Εκεί είναι το πρόβλημα.

Πέρα από τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια τέτοια στρεβλή αντίληψη, αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει περισσότερο είναι το γιατί συμβαίνει. Αν δεν εντοπίσουμε τη βαθύτερη αιτία της και τρέχουμε πίσω από τα αποτελέσματά της της, αυτή πάντα θα μας αιφνιδιάζει και εμείς θα τρώμε τη σκόνη της.

Τι είναι αυτό, λοιπόν, που μεσολαβεί στη σκέψη κάποιων ανθρώπων και το μυαλό τους σκαλώνει σε κάποια θέματα, ενώ σε άλλα μπορεί να είναι ξυράφι; Οφείλεται σε κάποιο εγκεφαλικό βραχυκύκλωμα στις περιοχές επεξεργασίας των συγκεκριμένων θεμάτων; Αγγίζουν αυτά τα θέματα σημεία εμπλοκής της προσωπικής τους ανάπτυξης, η οποία καθηλώθηκε σε ανάλογα θεματικά πεδία, κάποια στιγμή στο παρελθόν; Είναι οι παραλογισμοί τους ανεπεξέργαστα υπολείμματα μιας κάποιας προσωπικής τους ήττας,  που δεν μπόρεσαν να αφομοιώσουν; Απορρέουν από δοκιμασίες της ενηλικίωσής τους, στις οποίες δεν μπόρεσαν να ανταπεξέλθουν και έχουν τώρα καθηλωθεί σε μια ανήλικη σκέψη;
Η αντίδραση των «αγανακτισμένων» Ελλήνων στην αντιμετώπιση της κρίσης, για παράδειγμα, συγκλίνει στην εκδοχή της ανήλικης εμπλοκής της σκέψης, καθώς έχουμε να κάνουμε με γενιές κακομαθημένων παιδιών, που δεν έχουν μάθει να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους και τους φταίνε πάντα οι άλλοι. Όμως, σε αυτές τις γενιές ανήκουμε σχεδόν όλοι οι νέο-Έλληνες. Γιατί κάποιοι από εμάς δεν εννοούν να καταλάβουν την ευθύνη μας για την κρίση, ενώ κάποιοι καταλαβαίνουν αμέσως, χωρίς να χρειάζεται να επιχειρηματολογήσεις; Και γιατί, ακόμη και αν επιχειρηματολογήσεις διεξοδικά, οι άλλοι δεν εννοούν να καταλάβουν με τίποτε;

Μήπως η αντιληπτικότητα είναι ένα φυσικό χάρισμα, που κάποιοι το έχουν και κάποιοι κωλύονται; Να είναι δηλαδή κάτι ανάλογο με την καλλιφωνία, όπου κάποιοι μπορούν να τραγουδούν και κάποιοι είναι παράφωνοι. Άλλοι πάλι να τραγουδούν σαν αηδόνια τα δημοτικά, όμως να κράζουν στη τζαζ, ενώ, άλλοι που κελαηδούν στις άριες να μη μπορούν να πουν ένα βαρύ ζεϊμπέκικο. Έτσι πιθανόν να συμβαίνει και με την αντίληψη, όπου κάποιοι μπορούν να συλλάβουν τη λογική ακολουθία καταστάσεων που άλλοι δεν μπορούν, οπότε, ανάλογα με τις καταστάσεις να έχουμε διάφορες μορφές νόησης.

Η νοητική εξειδίκευση θα μπορούσε να εξυπηρετήσει άριστα τον παραγωγικό επιμερισμό εργασίας ανάμεσα στους ανθρώπους, αν ο καθένας περιοριζόταν σε αυτά που ξέρει. Έλα όμως που υπάρχουν οι ξερόλες, οι οποίοι επιπλέον δεν αντιλαμβάνονται ότι λένε ανοησίες όταν παραλογίζονται. Αν και η παρέα τους θα μπορούσε να είναι πολύ διασκεδαστική γύρω από ένα γιορταστικό τραπέζι, το πράγμα μπορεί να γίνει πολύ σοβαρό σε κρίσιμα θέματα, όπως τα πολιτικά.

Καθώς στις δημοκρατίες όλοι έχουν λόγο και ψήφο, δεν μπορεί να αποκλειστεί κανείς επειδή δεν έχει καλή πολιτική αντιληπτικότητα. Όταν, όμως, οι πολιτικά ανόητοι υπερτερήσουν αριθμητικά σε μια κρίσιμη στιγμή, τότε μπορεί να οδηγήσουν τη χώρα τους στην  καταστροφή. Αυτό συνέβη με την πρώτη δημοκρατία, όταν οι Αθηναίοι δεν άκουσαν τον σώφρονα γέρο Νικία και ψήφισαν τον τσαμπουκαλεμένο μορφονιό Αλκιβιάδη, για να συνεχίσουν τον πόλεμο στη Σικελία και να καταστραφούν. Τα ίδια και χειρότερα έκαναν οι Γερμανοί ψηφίζοντας τον Χίτλερ, που αιματοκύλησε την Ευρώπη, κάνοντας την Αμερική υπερδύναμη, για να ψηφίσουν σήμερα οι Αμερικάνοι τον Τραμπ και να ξεφτιλιστούν κι αυτοί με τη σειρά τους.

Φαίνεται ότι οι δημοκρατίες πάσχουν σε αυτό το σημείο, αλλά είναι πολύ καλύτερες από τις δικτατορίες και τις ολιγαρχίες, καθώς δίνουν τη δυνατότητα στους πολιτικά νοήμονες να παρέμβουν, ενώ τα ολιγαρχικά καθεστώτα τους αποκλείουν, εκτός αν ανήκουν στην αυλή των ηγεμόνων.

Ποια έλλογη παρέμβαση, όμως, μπορεί να γίνει στις περιπτώσεις μεγάλης συγκέντρωσης πολιτικά ανοήτων, όπως συνέβη με την ελληνική κρίση; Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι νοήμονες οφείλουν να μην τρέφουν ψευδαισθήσεις ότι θα τους μεταπείσουν, αλλά να κινητοποιηθούν συσπειρωτικά για τη διάσωση της χώρας τους, εάν μπορούν. Για να αντιμετωπιστεί ο παραλογισμός των συμπατριωτών τους θα πρέπει να αναγνωριστεί ως τέτοιος, να του αποδοθεί το φυσικό δικαίωμα να υπάρχει σαν νοητική αδυναμία πολιτικής σκέψης και να γίνει πλήρως αποδεκτός, χωρίς αντεγκλήσεις και εμφύλια πάθη.

Δεν υπάρχει λόγος να χαλάμε τις καρδιές μας, ούτε να τσακωνόμαστε με φίλους και γνωστούς, που κατά τα άλλα μπορεί να τα βρίσκουμε μια χαρά. Το γεγονός ότι στερούνται πολιτικής αντίληψης ας περιοριστεί σε αυτό το πεδίο και ας αντιμετωπιστεί τεχνικά, με τη μεγαλύτερη δυνατή συγκέντρωση των πολιτικά έλλογων, μήπως καταφέρουν και αλλάξουν τις ισορροπίες υπέρ της λογικής.

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να καταλάβουν, δεν θα καταλάβουν ότι και να τους πεις. Αυτοί που είναι να καταλάβουν, θα καταλάβουν με τις πρώτες κουβέντες. Με αυτούς μπορείς να πας παρακάτω, να δεις τι θα κάνετε μαζί, αν μπορείτε να κάνετε κάτι, για να υπερτερήσετε αριθμητικά των άλλων και να σώσετε το παιχνίδι.

Tuesday, May 9, 2017

Ο κοινότοπος γλάρος

Ξέρω είναι κοινοτοπία απλή
Ο γλάρος είναι ένα σύνηθες πουλί
Απαντάται και σε σκουπιδότοπους γνωρίζω
Αλλά όταν γλάρο στη θάλασσα ατενίζω
Μετά από μήνες στη στεριά
Νιώθω ανείπωτη χαρά
Ανοίγει το βλέμμα μου πανιά
Πελάγη διασχίζω.

Το μέγιστο δυνατό καλό, η άρση προς το άφατο.

Σημείωση της ημέρας:
1. Να κάνεις το μέγιστο δυνατό καλό.
1α. Άρση προς το Άφατο. 
Όπου όλα αίρονται, κλιμακούμενα προς το Άπαν, και μένει μόνο η στιγμή του παρόντος. Χωρίς καμιά επιδίωξη να την ταράζει. Μόνο η αίσθησή της να μένει. 
 1β. Η διάνοιξη προς αυτή τη μορφή συμβίωσης με το Άφατο είναι το υπέρτατο της Πράξης. 
 Αυτή μπορεί να προκύψει μέσα από διάφορες διαδρομές, προσωπικές και δημόσιες.
1γ. Να την ακολουθήσω και προσωπικά και δημοσιο-ποιητικά.
Προχωράω με αυτήν οδηγό -χωρίς να αποπροσανατολίζομαι από ματαιοδοξίες και μικρότητες- κι ό,τι προκύψει.

Ζωή, κάθε μέρα.

Ζωή είναι αυτό που ζούμε μέρα με τη μέρα. Καλό κακό, αυτό είναι. Δεν έχει άλλο. Κι επειδή δεν έχει άλλο, λέω να το ζήσω σαν μοναδικό. Λέω να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ, να πληρώνω λογαριασμούς, να διορθώνω ζημίες, να τρέχω στις εφορίες και να περιμένω στην ουρά αγόγγυστα. Και επιπλέον να το απολαμβάνω. Σαν κάτι ανεπανάληπτο. Που είναι.

Monday, May 8, 2017

Χαρακτηριστικά του ναι-μεν-αλλακισμού

Παρακολουθώντας τα κοινωνικά δίκτυα, διέκρινα μια κατηγορία φίλων σχολιαστών που ξεχωρίζουν από έναν ενδιαφέροντα «ναι-μεν-αλλακισμό», ο οποίος εφαρμόζεται σε πλείστες περιπτώσεις:

Ναι μεν ο Μακρόν κέρδισε, αλλά η Λεπέν πήρε 35% (ή η αποχή ήταν μεγάλη ή ο Μακρόν θα χάσει στις βουλευτικές).
Ναι μεν οι ‘Αγγλοι το παράχεσαν με το brexit, αλλά και η Ευρώπη είναι σκατά.
Ναι μεν το ελληνικό κράτος πήρε ένα σκασμό δανεικά και αγύριστα, αλλά και οι ξένοι δεν έπρεπε να μας τα δώσουν (άσε που το έκαναν επίτηδες, για να μας σκλαβώσουν).
Ναι μεν οι ισλαμιστές τρομοκράτες σκοτώνουν επί τούτου αθώους ανθρώπους, αλλά το ίδιο κάνουν και  οι άλλοι με τους βομβαρδισμούς τους.

Βέβαια, αν η βόμβα σκάσει στο κατώφλι τους (η όποια βόμβα), τότε μπορεί να τους κοπεί το «ναι-μεν-αλλά», όμως μέχρι τότε το εφαρμόζουν απρόσκοπτα, επιλέγοντας μια διαρκή υπεκφυγή από το να πάρουν καθαρή θέση σε θέματα που τους δυσκολεύουν.  Αυτό δεν ισχύει σε ιδεολογικούς τους εχθρούς  και  «ευκολάκια»:

Καταδικάζουν απερίφραστα τη βία των νεοφασιστών, χωρίς να της αναγνωρίζουν άλλοθι, (αλλά δικαιολογούν την αναρχοφασιστική βία ή τουλάχιστον δείχνουν κάποια κατανόηση).
Καταδικάζουν τους Γερμανούς σαν τη πηγή των ευρωπαϊκών δεινών, αφού είναι ένα έθνος ναζί, οριστικά και αμετάκλητα (γι αυτό τώρα θέλουν να ισοπεδώσουν τον κόσμο με το ευρώ, αφού δεν το κατάφεραν με τα τανκς).
Καταδικάζουν τους «φιλελέδες» ως τσιράκια του κεφαλαίου (και του Μπόμπολα/ αλλά όχι του Σαββίδη, αυτός είναι δικός μας), χωρίς να μπαίνουν σε συζήτηση. Τσουβαλιάζουν κάθε αντίλογο με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό φιλελέ, ενώ, επινοούν νεολογισμούς όπως «ακραίο κέντρο», για να κάνουν τους φιλελέδες ακόμη πιο απειλητικούς.

Ο επιλεκτικός «ναι-μεν-αλλακισμός»  έχει τέτοια συμπαγή και επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά που δεν μοιάζει τυχαίος. Αν ενσκήψουμε σε αυτά θα διακρίνουμε δύο βασικές συνιστώσες του: τη στρατευμένη αριστεροσύνη και την αμετανόητη νέο-ελληνοσύνη.

Οι αριστεροί, προτάσσοντας το συλλογικό έναντι του ατομικού, αδυνατούν να συλλάβουν την έννοια της ατομικής ευθύνης, αφού για όλα φταίνε οι κοινωνικές συνθήκες ή το κράτος ή το σύστημα (λες και όλα αυτά είναι θεόσταλτα και όχι επιλεγμένα άμεσα ή έμμεσα από τα ίδια τα άτομα στο σύνολό τους). Εφόσον φταίνε οι συνθήκες, τα άτομα είναι ουσιωδώς ανεύθυνα και δεν μπορεί να καταδικάζονται απερίφραστα. Έτσι πάντα υπάρχει ένα ναι-μεν-αλλά, το οποίο όμως δεν εφαρμόζεται στους πολιτικούς αντίπαλους, καθώς ως στρατευμένη η αριστεροσύνη οφείλει να μεροληπτεί υπέρ της ιδεολογικής επικράτησής της.  

Οι Νεοέλληνες, από την άλλη, έχουν διαπαιδαγωγηθεί από μαμάδες που τρέχουν να τους ταΐσουν με το κουταλάκι κι έτσι δυσκολεύονται να αναλάβουν την ευθύνη του μενού που παραγγέλνουν από τη ζωή τους. Μεγαλώνουν στη σκιά των γονιών τους κι αυτοί των δικών τους, κ.ο.κ, αδυνατώντας να τραβήξουν μια διαχωριστική γραμμή πού αρχίζουν αυτοί και πού τελειώνουν οι άλλοι.  Αυτό καθιστά την διαμόρφωση καθαρών θέσεων στην νεοελληνική επικράτεια εξαιρετικά δύσκολη.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την παρατεταμένη ελλην-ορθοδοξία, που εξακολουθεί να κάνει κουμάντο, ενώ έχει εκπνεύσει επί της ουσίας , θα δούμε μια θρησκευτική εμμονή σε προπατορικά αμαρτήματα, που μας καθιστούν όλους ανεύθυνους (αφού μας έχουν επιβληθεί ως αναπόδραστη κατάρα). Μόνη ελπίδα η Δευτέρα Παρουσία (η επανάσταση, ο σοσιαλισμός, το έθνος, η δραχμή, κλπ) και μόνη διόρθωση ο Κατακλυσμός (η σοκαριστική επικράτηση του κακού, η κρίση, η χρεοκοπία, η διάλυση, η Λεπέν, κλπ).
Κρίμα που κέρδισε ο Μακρόν. 

Wednesday, March 22, 2017

Το αδιάφορο δέντρο


Στο απέναντι δέντρο,
σχεδόν κάθε πρωί,
ένα γεράκι κόβει βόλτες από ψηλά,
μέχρι που ένα ζευγάρι κοράκια που φωλιάζει εκεί,
το καταδιώκει ζευγαρωτά, επιτυχώς.
Αυτό, επίμονο, έρχεται την επομένη,
τσεκάροντας προφανώς την ετοιμότητα του ζεύγους να υπερασπιστεί τους νεοσσούς του.
Με την παραμικρή αδράνεια, είναι βέβαιο ότι θα επιτεθεί.
(Όπως συμβαίνει και στα δικά μας,
που αν αφήσεις τον οποιοδήποτε βουλιμικό, δεν το χει τίποτε να σε φάει ζωντανό.)
Κάποια στιγμή το γεράκι θα βαρεθεί,
όταν αποδειχτεί η αποφασιστικότητα του ζεύγους
να μάχεται ενωμένο ενάντια σε οτιδήποτε απειλεί τα μωρά του,
μέχρι αυτά να μεγαλώσουν αρκούντως.
Κάθε πρωί μια μικρή μάχη ζωής,
(ανάλογη με τις δικές μας καθημερινές μάχες),
δίνεται στο απέναντι δέντρο,
το οποίο τη φιλοξενεί, αδιάφορο για την έκβασή της.
(Όπως το σύμπαν αδιαφορεί για τις δικές μας καθημερινές μάχες.
Όπως το Είναι αδιαφορεί για το γίγνεσθαι.)

Saturday, March 18, 2017

Εθισμός στα μωρά.

Το έπαθα με το πρώτο, το παθαίνω και με το δεύτερο, με 12 χρόνια διαφορά, πως θα 'θελα να είχα ένα και δύο και τρία και άπειρα μωρά! Φαίνεται πως η διαρκής επαφή με ένα μωρό παράγει ένα είδος μαστούρας, σαν να μεθάς με τη μωρουδίστικη υφή τού Είναι και βλέπεις παντού μωράκια, όπως λέμε αστεράκια. 

Υπάρχει κάτι στα μωρά που δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τους οξυδερκείς παρατηρητές των ανθρωπίνων, τους μεγάλους λογοτέχνες, καθώς αυτοί ήταν δοσμένοι στη τέχνη τους και δεν πολυέσκαγαν για τα μαμόθρεπτα. Όμως, αν είσαι ένας ταπεινός γονιός, έτοιμος να αιφνιδιαστείς από το γίγνεσθαι και όχι να το αιφνιδιάσεις με τα επιτεύγματά σου, παθαίνεις τέτοια πλημμυρίδα αισθήσεων νταντεύοντας ένα τόσο δα πλασματάκι, που κελαϊδάς μωρουδίστικα. 

Εγώ, τουλάχιστον, αυτό έπαθα με το πρώτο. Ήθελα κι άλλα μωρά, ενώ λάτρευα κάθε ένα που συναντούσα. Κυκλοφορούσα σαν κλώσα έτοιμη να χουχουλιάσει κάτω από τις φτερούγες της όλα τα κλωσόπουλα του κόσμου.  Αυτό το αίσθημα ήταν  πρωτόγνωρο. Είχα ακούσει για το μητρικό ένστικτο, αλλά διαπίστωσα ότι δεν ήταν θέμα φύλου, ούτε ήταν κάτι καθαρά γυναικολογικό. Έμαθα ότι συμβαίνει και σε άλλους πατεράδες, εφόσον αυτοί είχαν την ευχέρεια να το νιώσουν και δεν χτυπούσαν διπλοβάρδιες στη δουλειά. 
Τώρα, με το δεύτερο, μου ξανάρθε. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Πιθανολογώ ότι πρόκειται για ένα από τα βασικά συστατικά του ανθρώπου, που συμβάλλει στην αναπαραγωγή του (πέρα από τον έρωτα, προφανώς). Πρόκειται για μια μέθη που σε παρασύρει στον μωρουδίστικο πολλαπλασιασμό του γένους. 

Κατά βάθος, αυτή η ιδιότυπη γονεϊκή μαστούρα έχει να κάνει με την επαφή με το σπάργανο του Είναι μας, με το ορθάνοιχτο, πανάγαθο, άγραφο, άφτιαχτο, ζυμαρένιο, πουπουλένιο, μπουμπουκίστικο πρόπλασμα του ατόμου. Πρόκειται για κάτι βαθύτατα υπαρξιακό και ποιητικό. Δεν έχει να κάνει μόνο με τη μυρουδιά, με τα ηχάκια και τα σκερτσάκια του «θείου βρέφους», αλλά με όλα αυτά μαζί και κάτι παραπάνω.  Αφορά το θάμα και την κατάνοιξη μπρος στην χαραυγή των πραγμάτων. Συμβαίνει το ίδιο με το εύθραυστο, ευαίσθητο, εύπλαστο μπουμπουκάκι που μόλις «σκάει» στο κλαδί του, με το πουλάκι που πεταρίζει και τιτιβίζει αβέβαιο στη φωλιά του, με το γατάκι που νιαουρίζει αβοήθητο και δεν μπορείς να του αντισταθείς αν "έχεις καρδιά".
Όλα αυτά μαζί και άλλα πολλά - που θάχουν να πουν κι άλλοι που την έχουν "ακούσει" παρομοίως -, είναι ο βαθύτερος λόγος της μωρουδίστικης λατρείας, μιας λατρείας που έχει υποτιμηθεί σαν λόγος τεκνοποιίας. Δεν αποκλείεται, δηλαδή, τα παλιά χρόνια να έκαναν πολλά παιδιά όχι μόνο επειδή χρειαζόταν πολλά χέρια ή επειδή δεν έπαιρναν προφυλάξεις, αλλά επειδή κάπου λάτρευαν τα μωρά και "φτιαχνόταν" με τη φάση τους. Ακόμη και να μην προλάβαιναν να εντρυφήσουν ιδιαίτερα σε αυτά - με τις έγνοιες που είχαν τότε -, είναι πολύ πιθανό να μαστούρωναν με την παρουσία τους και να υπέπιπταν σε κατ εξακολούθηση γκαστριές από αυτόν τον εθισμό τους.

Η σημερινή εποχή μπορεί να επιβάλλει μια σχετική αυτοσυγκράτηση στην τεκνοποιία – άλλωστε έχουμε και υπερπληθυσμό -, αυτό, όμως, δεν αναιρεί  την τάση για αυτά, λόγω καθαρής έξης. Προφανώς, χρειάζονται οι προϋποθέσεις - ο έρωτας, η ασφάλεια, η ισορροπία με τα επαγγελματικά - για να τεκνοποιήσεις υπό καλές συνθήκες και να μη βρίζεις την ώρα, αλλά καμιά φορά τις προϋποθέσεις τις γεννά το ίδιο το μωρό κι ο εθισμός σου σε αυτό. 
Κατά κάποιο τρόπο, τα μωρά τα γεννούν τα ίδια τα μωρά, κι έτσι το γίγνεσθαι αναπλάθεται κάθε φορά από τα σπάργανά του. Το τι ακολουθεί μετά, είναι μια άλλη ιστορία.

Tuesday, March 14, 2017

Θα ανταποκριθεί η Φιλοσοφία στους καιρούς ή θα υποκύψει σε αυτούς;

Λένε ότι η παρακμή των αρχαιοελληνικών δημοκρατικών πόλεων, με την επικράτηση των μακεδονικών βασιλείων αρχικά και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μετά, έστρεψε τη φιλοσοφία σε μελήματα ατομικής σωτηρίας, καθώς  τα δημόσια ζητήματα είχαν πάρει τέτοιες μαζικές διαστάσεις που δεν «παλεύονταν». Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και τώρα, καθώς τα πολιτικά και πολιτισμικά μεγέθη έχουν πάρει διαστάσεις στις οποίες μόνο μαζικές κουλτούρες και μαζοποιημένες πολιτικές μοιάζει να ανταποκρίνονται . Οι υπόλοιποι, που αναζητούν την ποιότητα, μένουν στην άκρη και προσπαθούν να διασώσουν αυτούς και τον στενό τους περίγυρο.
Χωρίς την υποστήριξη κάποιας γενικής φιλοσοφίας, αυτοσχεδιάζουμε ατομικά, με σπαράγματα ιδεών (εάν δεν υποκύπτουμε σε «ζωροαστρικούς» καθησυχασμούς - τύπου new age).  Δημιουργούμε σχεδίες που παλεύουν να επιπλεύσουν στα ρεύματα της μάζας και μόλις που καταφέρνουμε να χαράξουμε πορεία προς τα όνειρά μας. Άσε, που κινδυνεύουμε να μείνουμε χωρίς όνειρα και οράματα, καθώς αυτά μοιάζουν απλησίαστα, όταν αυτό που επείγει είναι η διάσωσή μας. Μικραίνουμε αναγκαστικά, για να επιβιώσουμε, να επιπλεύσουμε στο κύμα των μαζών.
Η αγωνία της επιβίωσης και της επίπλευσης φαίνεται στη διαρκή μας ένταση, στην έλλειψη χαλάρωσης και ευθυμίας, στα ψυχοσωματικά προβλήματα, στην τρεχάλα να προλάβουμε και να μην έχουμε χρόνο για ένα καφέ, για μια κουβέντα επί γενικού (και όχι στενά επί προσωπικού ή επαγγελματικού).
Άλλωστε, οι γενικές συζητήσεις μπορεί να φέρουν παρεξηγήσεις, καθώς δεν υπάρχει κάποια συνεκτική φιλοσοφία να τις συντονίζει. Άλλοι από εμάς κουβαλούν  υπολείμματα μαρξιστικο-λενινιστικά, άλλοι αναρχο-καταδιωκτικά, άλλοι κρυφο-δεξιά, κλπ. και στο τέλος δεν υπάρχει βάση συνεννόησης.  Ούτε, όμως, γίνεται να επαναφέρουμε κάποιο παλιό ιδεολογικό πλαίσιο, μόνο και μόνο για να τα βρούμε μεταξύ μας, σε μια επίπλαστη ενότητα.
Μπορεί οι καιροί να μην επιτρέπουν τη συγκρότηση μιας φιλοσοφίας που να δίνει μια γενική προοπτική, αλλά η σύνταξη, τουλάχιστον, κάποιων βασικών συντεταγμένων που θα βοηθούσαν τις μεμονωμένες προσπάθειες να συντονιστούν σε ένα κοινό πλαίσιο μίνιμουμ αρχών, θα  ενίσχυε τις προσπάθειες και θα τις έκανε λιγότερο ευάλωτες στα ξεσπάσματα της κακοκαιρίας.
Δεν ξέρω αν γίνονται τέτοιες απόπειρες από τους επαγγελματίες της φιλοσοφίας που δρουν στα ακαδημαϊκά πράγματα, αλλά φοβάμαι πως αναλώνονται σε εσωτερικές υποθέσεις, χάνοντας τη γενική εικόνα του δάσους για την ειδική του δέντρου, το οποίο υπεραναλύουν σωρεύοντας τόνους βιβλιογραφίας. Κλείνονται με κάποιο τρόπο κι αυτοί στον εαυτό τους, ατομικοποιώντας τον φιλοσοφικό ορίζοντα.
Μπορεί να είναι μοιραία κατάληξη της φιλοσοφίας, να πέσει θύμα των καιρών, όπως όλα. (Όπως έγινε και τότε, βέβαια, και ακολούθησε ο Μεσαίωνας.) Εκτός αν καταφέρει με κάποιο τρόπο να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών και να τις ξεπεράσει, τολμώντας να αρθεί στη Γενικότητα, από την οποία, άλλωστε, κατάγεται. 

Friday, February 10, 2017

Μαθήματα ήττας ή πώς γίνεσαι καλός άνθρωπος.

Σε κάθε πτώση, απώλεια, ήττα υπάρχει και κάτι καλό. Εξανθρωπίζεσαι. 
Η νίκη, η επιτυχία, η ισχύς μπορεί να σε κάνουν απάνθρωπο. Να μη νιώθεις τον πόνο του άλλου, τα ζόρια του, τις αδυναμίες. Να απαιτείς από αυτόν δεξιότητες, για να τον εκτιμήσεις. Να γίνεσαι αυστηρός και απαιτητικός. Κι εφόσον δεν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις σου, να γίνεσαι εύκολα τιμωρητικός, έως και κακός. Να απολύεις στη ψύχρα, να απαξιείς να απαντήσεις στον άλλο, να του μιλάς άσχημα, να τον ταπεινώνεις. Αυτές είναι συχνές παρενέργειες της ισχύος, που  σου δίνει η επιτυχία. 
Όταν, όμως, φας τα μούτρα σου κι εσύ με τη σειρά σου, τότε μπορεί να αναγνωρίσεις την ομοιότητά σου με τον "κοσμάκη", να συμπάσχεις μαζί του, έως και να ταυτίζεσαι. 
Ας πούμε, εκεί που πηγαίνεις καμαρωτός, καβάλα στο εγώ σου, καλπάζοντας προς την επιτυχία, σου έρχεται μια ξεγυρισμένη απόρριψη (φαλιρίζει ξαφνικά η επιχείρηση ή απολύεσαι ή κάπως την πατάς), τρως πόρτα και βγαίνεις χαμένος στο δρόμο. Περπατάς μουδιασμένος και μετά από λίγο κοιτάζεις τους ανθρώπους γύρω σου. Ξαφνικά βλέπεις ότι οι περισσότεροι είναι "κοσμάκης", σαν κι εσένα. Τα νήματα της καρδιάς σου ξεδιπλώνονται και ένα ζεστό πλεκτό οικειότητας σε συνδέει με τους άλλους, σαν αγκαλιά. Χαλαρώνεις και περπατάς πιο ανακουφισμένα. Η αγάπη, ναι, η αγάπη, όχι η ισχύς, είναι η λύση.