Friday, January 26, 2018

«Τι θέλει να πει ο ποιητής» ή πώς η πρόθεση του δημιουργού καθορίζει μία ταινία

1. Κάθε ταινία έχει κάτι να πει.

2. Ακόμη και να μην έχει τίποτε να πει, κάτι λέει αυτό. Μπορεί να λέει ότι το μόνο που έχει να πει είναι η θέληση του δημιουργού της να κάνει μια ταινία. ‘Όποια ταινία να ’ναι, αρκεί να την κάνει. Για οποιοδήποτε λόγο. Για το βιογραφικό του, για τη φήμη του, για τη μαμά του, για να μετρήσει ερωτικά, για να βγάλει λεφτά, για να πάει σε φεστιβάλ, να δοξαστεί, κλπ. Το βαθύτερο κίνητρο του δημιουργού - η πρόθεσή του - σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι να μας πει κάτι, αλλά να πει οτιδήποτε θα έφτιαχνε μια ταινία που θα ανταποκρινόταν επιτυχώς στην όποια επιδίωξή του.
Οι ταινίες που γίνονται για κάποιον από τους παραπάνω λόγους, μπορούν να αξιολογηθούν βάσει αυτών. Έτσι, αν ο/η δημιουργός καταφέρει να βγάλει λεφτά, γκόμενα ή γκόμενο, να πάει σε φεστιβάλ, να κερδίσει βραβεία και αποδοχή από τη μαμά του/της, σημαίνει ότι η ταινία έχει πετύχει το στόχο της και πρέπει να αναγνωρίσουμε κάποια αρτιότητα στην κατασκευή της. Αρκεί να καταλάβουμε τις επιδιώξεις της και να την αξιολογήσουμε ανάλογα.
Είναι σημαντικό να καταλάβουμε αν μια ταινία ανήκει στο τίποτα ή στο κάτι έχει να πει. Αυτό είναι το πρώτο γενικό ξεσκαρτάρισμα, σε μια σειρά από άλλα που ακολουθούν, μέχρι να βρούμε μια ταινία που έχει κάτι σημαντικό να πας πει, με τον τρόπο της.

3. Το πρώτο, «χοντρό» ξεσκαρτάρισμα είναι εύκολο με τις ταινίες που έχουν καθαρά εμπορική χροιά και δεν αποσκοπούν πουθενά αλλού από το box office. Σε αυτές τον κύριο ρόλο τον έχει ο παραγωγός και ο διανομέας, που καθορίζουν το προϊόν βάσει των προοπτικών εισπρακτικής επιτυχίας του. Εδώ το κίνητρο της κατασκευής των ταινιών είναι σαφές και κανένα μπέρδεμα.
Ακόμη κι όταν βασίζονται σε σκηνοθέτες με όραμα, άριστους συντελεστές, άψογους ηθοποιούς και συναρπαστικά σενάρια, αυτό που τις καθορίζει είναι η στόχευση στη τσέπη στου θεατή, έστω κι αν για την κερδίσουν πρέπει να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του με τα υποτιθέμενα νοήματα που υποδύονται οι ιστορίες τους. Επειδή δεν έχουν στην πραγματικότητα κάτι ουσιαστικό να πουν, ρίχνουν το βάρος στην κατασκευή και στο θέαμα. Μπορεί να φτιάχνουν ελκυστικές ταινίες, ενδιαφέρουσες ιστορίες και καθηλωτικά θεάματα, αλλά το κάνουν για να καταναλωθούν ως ψυχαγωγικά προϊόντα, χωρίς να ενδιαφέρονται να μεταδώσουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα στον θεατή.

3α. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις «εμπορικών ταινιών» που παίζουν με νοήματα δυνατά τα οποία ξεπερνούν τα καλούπια της εμπορικότητας και βγάζουν ταινίες μεγαλύτερης σημασίας από όση προϋπολογιζόταν (οι οποίες συνήθως βγαίνουν και έξω από τον προϋπολογισμό). Όπως υπάρχουν και πραγματικοί δημιουργοί σε αυτό το χώρο, που υπερβαίνουν τη σκοπιμότητα του κέρδους για να εκφράσουν κάτι, σπάζοντας τις δεσμεύσεις της αγοράς και σπρώχνοντας τις ιστορίες τους στα όρια μέχρι να βγάλουν κάποιο νόημα (όπως έσπρωξε, για παράδειγμα, ο Κόπολα το «Αποκάλυψη Τώρα» και το έφτασε στα βάθη της ζούγκλας).

4. Το ξεσκαρτάρισμα είναι κάπως πιο δύσκολο με το λεγόμενο ποιοτικό σινεμά (art house) και τις ταινίες του δημιουργού (cinema dauteur), που διατείνονται ότι αποσκοπούν σε κάτι άλλο από το ταμείο, καθώς πρέπει να πείσουν ότι εκφράζουν κάτι τις, το οποίο αν αναγνωριστεί ως σημαντικό θα φέρει αναγνώριση και στους δημιουργούς.
Το μπέρδεμα εδώ έγκειται στη σύγχυση της ατομικής επιδίωξης με την προσωπική έκφραση, καθότι για να αναγνωριστεί ο δημιουργός ως ποιοτικός πρέπει να εκφράζει κάτι προσωπικό που να πείθει για την αυθεντικότητά του. Αυτό οδηγεί πολλούς που κινούνται σε αυτό χώρο να υποδύονται την προσωπική έκφραση, για να επιτύχουν την ατομική επιδίωξη. Συχνά, αυτό δεν γίνεται συνειδητά. Ο δημιουργός διατείνεται ότι θέλει να εκφράσει κάτι με την ταινία του, ενώ κατά βάθος τον νοιάζει κάτι άλλο, αλλά δεν το συνειδητοποιεί.

Το καθοριστικό σημείο βρίσκεται στο έναυσμα της ταινίας, στην πρόθεση της δημιουργίας της:

 Γιατί θέλει κάποιος να κάνει μια ταινία; Τι θέλει να πει;

Αν η πραγματική/μύχια  πρόθεσή του είναι να την κάνει για να πετύχει κάτι και όχι να πει κάτι, τότε ό,τι και να κάνει για να πείσει για την αυθεντικότητά της θα είναι κάλπικο. Οι «κάλπικες» ταινίες μπορεί να είναι πάρα πολλές, καθότι δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές. Το κίνητρο τους είναι συνήθως κρυμμένο, ενώ, ακολουθώντας τις εκάστοτε καλλιτεχνικές μόδες, βραβεύονται κι αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολη τη διάγνωσή τους.

4α. Μέσα σε αυτό το καλπονοθευτικό περιβάλλον, υπάρχουν πάντα αυθεντικοί δημιουργοί που προσπαθούν κάτι να εκφράσουν. Η αυθεντικότητα της έκφρασής τους βρίσκεται σε εκείνη τη αρχική στιγμή που συλλαμβάνουν μια ιδέα για τον κόσμο και κάνουν προσωπικό τους θέμα την κινηματογραφική της απόδοση. Αυτό που τους κινητοποιεί πρωταρχικά είναι αυτή η καθαρή στιγμή, έστω και αν ακολουθούν διάφορα μπερδέματα στη συνέχεια. Εάν καταφέρουν να ξεπεράσουν όλες τις δευτερεύουσες εμπλοκές και να αποδώσουν καθαρά και αποτελεσματικά τη γενεσιουργό τους ιδέα, τότε έχουμε μια ταινία που έχει κάτι να πει.

5. Αυτό που έχει να πει μια ταινία μπορεί να μην είναι πάντα κάτι ρητό. Υπάρχουν ταινίες που εκφράζουν μιαν αίσθηση του κόσμου και όχι μιαν άποψη για τον κόσμο. Εάν κινούνται στη διαισθητική περιοχή και ακολουθούν διαδρομές ποιητικής γραφής, έχουν μια ρευστότητα που δεν περιγράφεται εύκολα με τα λόγια.
Οι ποιητικές ταινίες μπορούν να αξιολογηθούν μόνο διαισθητικά, με το κατά πόσο διεγείρουν χορδές της ψυχής μας παράγοντας αισθήματα μοναδικά. Αν μας αγγίζουν, τότε κάτι μας λένε.

6. Οι αφηγηματικές ταινίες, που είναι και οι περισσότερες, λένε κάποιες ιστορίες (και όχι ποιήματα, όπως οι ποιητικές). Ανεξάρτητα εάν είναι πραγματικές ή φανταστικές, πρόκειται για ιστορίες με αρχή μέση και τέλος (όπως στα μυθιστορήματα).
Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί οι δημιουργοί θέλουν να μας πουν μια ιστορία. Τι θέλουν να μας πουν με αυτήν. Γιατί αυτή και όχι άλλη. Τα ερωτήματα αυτά πρέπει να απαντηθούν με ανάλογο αφηγηματικό τρόπο, δηλαδή με λόγια. Δεν είναι ποιητικής φύσεως, αλλά ρητής. Οι δημιουργοί πρέπει να μπορούν να απαντήσουν στην ερώτηση.
Ακόμη και αν η απάντησή τους είναι «δεν έχω τίποτα να πω, πέρα από το να αφηγηθώ μια ιστορία κινηματογραφική» (που να συναρπάζει, να συγκινεί, να τρομοκρατεί, να χαροποιεί, να βγάζει γέλιο, κλπ.) είναι κι αυτή μια απάντηση που μπορεί να αξιολογηθεί ανάλογα (δηλαδή κατά πόσο μας συναρπάζει, μας συγκινεί, κλπ.)  Όμως και σε αυτές τις απλοϊκές περιπτώσεις, η ιστορία θέλει κάτι να πει. Όταν ο δημιουργός της διαλέγει αυτόν τον χαρακτήρα και όχι τον άλλον, αυτήν τη δράση και όχι την άλλη, ακολουθεί κάποια αξιολογικά κριτήρια που σημαίνουν κάτι. Ακόμη και να μην επινοεί την ιστορία, αλλά να την αντιγράφει από την πραγματικότητα, είναι η ίδια η πραγματικότητα και οι ιστορίες της που μας λένε κάτι. Το ότι αυτός δεν μπήκε στον κόπο να το ψάξει, σημαίνει μάλλον ότι έχουμε ένα δημιουργό που δεν είναι ιδιαίτερα ψαγμένος και μια ταινία δεν έχει κάτι να μας να πει, πέρα από τα αυτονόητα.

6α. Περνάμε έτσι στο επόμενο στάδιο ξεδιαλέγματος. Αυτό των αφηγηματικών ταινιών (καλλιτεχνικών ή εμπορικών) που έχουν κάτι να πουν και το λένε. Εδώ η αξιολόγηση βρίσκεται στο κατά πόσο αυτό που λένε έχει ενδιαφέρον. Αν είναι έξυπνο, ευαίσθητο, διαφωτιστικό, πρωτότυπο ή αποτελεί κοινοτυπία.

7. Τέλος, φτάνουμε σε εκείνες τις σπάνιες ταινίες που όχι μόνο έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν αλλά το εκφράζουν με τρόπο μοναδικό και έξοχο. Σε αυτές ο/η σκηνοθέτης/ις ενορχηστρώνει τις ερμηνείες των ηθοποιών και τη δουλειά των καλλιτεχνικών συντελεστών για να αποδώσουν το νόημα του έργου σε όλες τις διαστάσεις του, όχι μόνο τις νοητικές/νοηματικές (γνωστικές/ηθικές) αλλά και τις αισθητικές. Αγγίζουν έτσι πολύπλευρα τον θεατή, κάνοντας το έργο μια σύνθετη εμπειρία, τόσο νοητική όσο και συναισθηματική αλλά και αισθητική, μιαν εμπειρία αριστουργήματος.


Tuesday, January 23, 2018

Πού το πάει η πρωτοπορία.

Τα καλύτερα μυαλά που ξέρω έχουν αποστασιοποιηθεί από την Αριστερά και στέκονται κριτικά απέναντι στις επιλογές του "λαού". Αυτή η μετατόπιση της διανόησης (στη κυριολεκτική σημασία της) είναι πρωτοφανής. Συμβαίνει μετά από δύο τουλάχιστον αιώνες όπου κάθε προοδευτικός διανοούμενος εντασσόταν αυτόματα στον αριστερο-λαϊκό χώρο. Αυτός ο χώρος τώρα θεωρείται από τους περισσότερους οπισθοδρομικός. (Για τη Δεξιά ούτε λόγος. Την έχουν καταδικασμένη από γεννησιμιού της.) Οι αλλαγές που θα προκύψουν από αυτή τη μετατόπιση θα είναι μεγάλες. Δεν φαίνονται ακόμα γιατί δεν είναι πολλοί αυτοί οι νέοι διανοούμενοι (νέοι ποιοτικά και όχι ηλικιακά), χάνονται μέσα στο καθεστώς της παλιάς σκέψης (της παλαιο-προοδευτικής), είναι ακόμη παθητικοί και δεν έχουν βγει δυναμικά να εκφράσουν δημόσιο λόγο. Αποτελούν όμως την πρωτοπορία και θα διαμορφώσουν το αύριο. Το αύριο βέβαια μπορεί να αργήσει. Γι’ αυτό προτιμώ να το ζω τώρα και να κάνω παρέα, όσο πιο πολύ γίνεται, με αυτά τα μυαλά.

Saturday, January 13, 2018

Μαθήματα θανάτου

Πολλοί που βρίσκονται κοντά στο θάνατο τείνουν να φιλοσοφήσουν, βγάζοντας μερικά πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για εμάς τους ζωντανούς. Να χαιρόμαστε τη ζωή, να μοιραζόμαστε τα αγαθά της, να είμαστε καλοί και να μην είμαστε αχάριστοι, αδηφάγοι, κακοί. Σοφές φωνές, που γρήγορα θα σκεπαστούν από τη βοή της καθημερινότητάς μας.

Θα αγνοήσουμε όλα αυτά τα σοφά, για να αρχίσουμε πάλι τα συνηθισμένα, μέχρι ένας άλλος θάνατος να τα ξαναθυμίσει και πάλι να τα ξεχάσουμε, έως ότου ο δικός μας να τα υπογραμμίσει για τα καλά.

Ένα μέρος αυτής της αγνόησης είναι σημαντικό, γιατί η ίδια η ζωή το ζητάει. Να αγνοήσουμε το θάνατο, να κάνουμε τρέλες, να παραφερθούμε, να βγάλουμε τα απωθημένα μας, κλπ. Όλα αυτά φυσικά και κατανοητά. Υπάρχει όμως ένα όριο, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοούμε. Το αναπόφευκτο όριο που θέτει η προοπτική του θανάτου και μας υπενθυμίζουν όσοι το φτάνουν.

Αυτό το όριο, που φρενάρει την επεκτατικότητά μας και μας κάνει να επιστρέψουμε στο τώρα (για να το χαρούμε, μοιραστούμε, φροντίσουμε, κλπ.) τείνει να αγνοηθεί, όχι γιατί η ίδια η ζωή το ζητάει, αλλά επειδή το κοινωνικό μας σύστημα στηρίζεται στην επεκτατικότητα.

Αυτός είναι ο λόγος που οι φωνές των μελλοθάνατων τείνουν να ξεχαστούν τόσο γρήγορα. Είναι μεμονωμένες και δεν υποστηρίζονται κοινωνικά. Ζούμε σε κοινωνίες που απωθούν το θάνατο, εξορίζουν το γήρας και τη φθορά, τα συσκευάζουν σε αποθήκες μακριά από εμάς, για να κάνουν χώρο στην αδηφάγα επέκταση, που κινδυνεύει να φάει τον ίδιο τον πλανήτη και εμάς μαζί, για να ησυχάσουμε μια και καλή.

Οποιαδήποτε προσπάθεια ανάσχεσης αυτής της πορείας και στροφής μας σε ουσιώδη ζητήματα της ζωής, θα πρέπει να περιλαμβάνει την επαναφορά των μαθημάτων του θανάτου στα θρανία της καθημερινότητάς μας. 

Tuesday, January 2, 2018

Ας (ξανα)φανταστούμε τον κόσμο.

Ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε έναν άλλο κόσμο στις μέρες που ζούμε. Οι ουτοπίες κατέρρευσαν, παίρνοντας πολλούς στον λαιμό τους. Χωρίς όμως τη φαντασία ενός άλλου κόσμου, παραδινόμαστε σε αυτόν που έχουμε. Καλός - κακός, αυτός είναι. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.  Το μόνο που μένει είναι η γκρίνια. Γι’ αυτό ακούς να γκρινιάζουν παντού. Ακόμη και στις πιο εύπορες κοινωνίες. Γιατί; Γιατί δεν υπάρχει κανένα όραμα. Μόνο το ασφυκτικό παρόν.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πιο ευαίσθητοι και ανήσυχοι καταφεύγουν στην άρνηση, στην απόρριψη, στην αποδόμηση, στη δυστοπία. Η «δυστοπικότητα» διαδέχτηκε την ουτοπικότητα. Το βλέπουμε στις καλλιτεχνικές εκφράσεις, στις πολιτικές αντι-δράσεις. Το αντί κυριαρχεί, ενώ απουσιάζουν οι προτάσεις. Για να υπήρχαν, θα έπρεπε να τις φανταστούμε.

(Αυτό εξηγεί και γιατί σήμερα, ενώ έχουμε μεγαλύτερη υλική ευμάρεια και πολλά περισσότερα μέσα από το  60-70, οι άνθρωποι είναι τώρα τόσο δύστροποι, ενώ τότε ξανοίχτηκαν ο ένας στον άλλον, φέρνοντας μεγάλες πολιτισμικές αλλαγές. Διότι τότε υπήρχε φαντασία. Υπήρχε μάλιστα τόση πολλή που ήθελε να πάρει την εξουσία. Μπορεί να ήταν λίγο παραπάνω από την ενδεδειγμένη και γι’ αυτό να παρασύρθηκε σε αδιέξοδα, αλλά γέννησε σημαντικές μορφές πολιτισμικού πλούτου και κοινωνικής γενναιοδωρίας, αντίθετα με τη σημερινή μικροψυχία.)

Θεωρώ κρίσιμη την ανάκτηση στη φαντασίας από το σημερινό άνθρωπο. Θα πρέπει, όμως, η φαντασία του να λάβει υπόψη τα μαθήματα από το παρελθόν και να λειτουργήσει λιγότερο ουτοπικά και περισσότερο δημιουργικά,  αυτή τη φορά.

Κατ’ αρχήν, ας φανταστούμε έναν κόσμο που θα θέλαμε πραγματικά να ζούμε. Όχι όπως μας τον υποβάλλουν διάφορες εξιδανικευτικές θεωρήσεις του, αλλά πώς εμείς οι ίδιοι, ειλικρινά, θα τον βλέπαμε. Ποια εικόνα του θα μας αντιπροσώπευε, στ΄αλήθεια;

Έκατσα, λοιπόν, να τον φανταστώ. Το πρώτο που μου ήρθε είναι η απώθηση στην ιδέα ενός κόσμου αγγελικού, με καλοσυνάτα πρόσωπα, έτοιμα να σε αγκαλιάσουν και να σε ασπαστούν. Αυτό το ευνουχισμένο (γιαχωβάδικο ή βουδιστικό) βλέμμα του καλοσυνάτου εναγκαλισμού των πάντων, με απωθεί. Μου φαίνεται μια εικόνα απάνθρωπη, που αφαιρεί τη σωματικότητα του ανθρώπου και τον εξαϋλώνει στα σύννεφα, απαλλαγμένο από την πραγματικότητα και την αλήθεια του.

Είναι η εικόνα που ευαγγελίστηκαν όλες οι ουτοπίες, από τον χριστιανισμό και τον κομουνισμό μέχρι και τον χιπισμό. Για αυτό και απέτυχαν να μετασχηματίσουν τον κόσμο, αλλά έμειναν σκέτα σχήματα, αδύναμα να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις του επελαύνοντος καπιταλισμού. Μια νέα εικόνα πρέπει αντιπαραθέσουμε στον ανέμπνευστο κόσμο των τραπεζιτών, που να είναι όμως βιώσιμη και όχι αβίωτη.

Η εικόνα που εγώ φαντάζομαι είναι ενός κόσμου περισσότερο πνευματώδους (παρά πνευματικού, χωρίς σωματικότητα), περισσότερο ερωτικού (παρά αγαπημένου, χωρίς πάθη), περισσότερο διαφοροποιημένου (παρά ομογενοποιημένου μέσα στην αδιαφορία).

Ας μην είναι τέλειος. Ας έχει τα προβλήματά του – που θα τα έχει -, αλλά να τα επεξεργάζεται έξυπνα, να τα συνομιλεί απροκατάληπτα, να τα αντιλαμβάνεται στην ευρύτητά τους και όχι να τα βλέπει μέσα από στενόμυαλη, μικρο-συμφεροντολογική σκοπιά.  Δεν χρειάζεται να συμφωνεί, αλλά οι διαφωνίες να είναι επιπέδου, με ανταλλαγή επιχειρημάτων και όχι βρυχηθμών ανάμεσα σε ξεροκέφαλα εγώ. Και, οπωσδήποτε, να έχει περισσότερο χιούμορ, με τον ενδεδειγμένο αυτοσαρκασμό για τις πανανθρώπινες ατέλειές μας. Να τείνει,  βέβαια, στην ενότητα, στη λύση των αντιθέσεων και στην υπέρβαση των διαφορών, αναζητώντας την τελειότητα, την αρμονία, το ωραίο και το καλό, αλλά, να το κάνει ενσωματώνοντας την ατομικότητα και όχι εξουδετερώνοντάς τη.  

Ναι, αυτή η εικόνα μού κολλάει καλύτερα. Δεν ξέρω αν μπορεί να εμπνεύσει τα πλήθη (πριν τα πλήθη βυθίσουν τον πλανήτη και την ανθρωπότητα με το βάρος τους), αλλά τη θεωρώ μια φαντασία εφικτή και ευκταία. Είναι το προσωπικό μου όραμα.