Saturday, October 5, 2019

παύση προς απόλαυση

Είναι η δεύτερη κόρη που μεγαλώνω κι ακόμη να πιάσω το νόημα. Η πρώτη πάει ήδη στην 9η τάξη (Γ’ Γυμνασίου για την Ελλάδα) και δεν έχω καταλάβει πότε έγινε αυτό. Πότε ήταν που την πήγαινα από το χέρι στον παιδικό, όπως πάω τώρα τη μικρή. Έχω και με αυτήν τώρα τις ίδιες έγνοιες όπως είχα με την άλλη στην ηλικία της. Να πλένει τα δόντια της καλά, να μάθει ποδηλατάκι, να φτιάξει το πρώτο της παζλ, να μιλάει και Ελληνικά, κλπ. Θα τα κάνει όλα αυτά και θα είναι ήδη στο δημοτικό, όταν θα θέλω να της μάθω να γράφει στα Ελληνικά, που θα γίνει κι αυτό με τη σειρά του, για να πάει μετά στο γυμνάσιο και να έχω τις ίδιες έγνοιες όπως τώρα με τη μεγάλη. Εντωμεταξύ, το μωρό που ήταν, δεν θα υπάρχει πια. Θα βλέπω φωτογραφίες και θα το νοσταλγώ, όπως νοσταλγώ την παιδική ηλικία της μεγάλης μου κόρης. Δεν την έζησα αρκετά, αν και ήμουν συνέχεια μαζί της. Γιατί συνέβη αυτό;
Κοιτούσα το μέλλον της, να την ετοιμάσω για το αύριο, και μου διέφευγε το παρόν της. Έπρεπε να σταματάω, να κάνω μεγάλες παύσεις, να εισπνέω βαθιά την παρουσία της. Έκανα παύσεις, αλλά ήταν σύντομες. Σταματούσα μόνο όταν κάτι από την παιδικότητά της με εντυπωσίαζε. Όχι για την ίδια την παιδικότητά της που θα έληγε σύντομα, όπως και η εφηβικότητα της μεγάλης μου κόρης θα λήξει εντός ολίγου, όπως και η ίδια μου η ζωή αργά ή γρήγορα.
Το ίδιο, λοιπόν, δεν θα έπρεπε να κάνω και για μένα, για τη γυναίκα μου, τους φίλους μου, τον κόσμο που αγαπώ και μπορώ να χαρώ, όσο είμαι καλά και υπάρχω; Να σταματάω και να χαίρομαι ό,τι έχω για όσο το έχω, αντί να θέλω κι άλλο;
Το ίδιο δεν θα έπρεπε να κάνουμε όλοι;

"Αν ήμουν πλούσιος"

Είναι ένα παιχνίδι της σκέψης που έκανα από παιδί παραμονές πρωτοχρονιάς με το κρατικό λαχείο που ήταν παράδοση να παίρνουμε στην οικογένεια. Συνέχισα να παίρνω το πρωτοχρονιάτικο λαχείο στα φοιτητικά μου χρόνια μέχρι που αποφάσισα τη στατιστική του απιθανότητα. Δεν σταμάτησα, όμως, να παίζω αυτό το παιχνίδι της σκέψης, σαν καθαρή υπόθεση εργασίας:
Τι θα έκανα αν ήμουν πλούσιος;
Μιλάμε για πολύ πλούσιος, τόσο που να μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Αυτό ήταν άλλωστε το αντικείμενο του παιχνιδιού: η νοητή απελευθέρωση της επιθυμίας. Να καταλάβω τι θέλω πραγματικά, ανεξάρτητα από την οικονομική μου κατάσταση.
Η κατάστασή μου, όπως και των περισσότερων, δεν διακρίνεται από τις πλουσιοπάροχες ευκαιρίες της. Συμβαίνει μάλλον το αντίθετο.
Οι πιο πολλοί αντιμετωπίζουμε δυσκολίες που μπορεί να μας εγκλωβίσουν και να χάσουμε την προοπτική μας. Να τρέχουμε πίσω από την επόμενη προθεσμία του δανείου μας και να ονειρευόμαστε τραπεζοθυρίδες, ενώ είχαμε άλλα όνειρα στη ζωή, που τώρα έχουμε ξεχάσει.
Η ζωή, όμως, χωρίς «όνειρο» δεν έχει πυξίδα. Γινόμαστε έρμαιο των καταστάσεων, χάνουμε τον εαυτό μας και πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό, ανήμποροι να ανοίξουμε πανιά, αφού δεν ξέρουμε πού πάμε.
Η αντιξοότητα που αντιμετωπίζουμε είναι συχνά τέτοια που μόνο με ένα άλμα της σκέψης μπορούμε να βγούμε από αυτήν, να φανταστούμε κάτι άλλο, μιαν άλλη πραγματικότητα, με εμάς, ας πούμε, πλούσιους, αποδεσμευμένους από τη μέγγενη, για να (ξανα)βρούμε τι θέλουμε πραγματικά.
Όσο κι αν είναι εξωπραγματικό αυτό το παιχνίδι της σκέψης, άλλο τόσο βοηθάει να χαράξουμε ρότα μέσα στην αντίξοη πραγματικότητα και να πάρουμε μια πορεία που να μας κρατάει κοντά στον εαυτό μας, αντί να μας απομακρύνει από αυτόν.
Προφανώς, δεν θα καταφέρουμε παρά ελάχιστα από αυτά που «ονειρευόμαστε», αλλά έστω κι αυτό το λίγο θα είναι μέρος του «ονείρου» μας και θα είναι όλο δικό μας.

Saturday, September 28, 2019

Εντυπώσεις από τη Νορβηγία

Επισκεφτήκαμε τη Νορβηγία  για να γνωρίσουμε τη χώρα και τους μακρινούς συγγενείς της Κατερίνας, από τη Νορβηγίδα γιαγιά της, τη Μάρθα. Η Μάρθα έφυγε από εκεί πολύ μικρή, με τους γονείς της, που μετανάστευσαν στον Καναδά. Οι συγγενείς που θα βλέπαμε ήταν μακρινού βαθμού συγγένειας, σαν λέμε τρίτα ξαδέρφια.
Η φιλοξενία που είχαμε ήταν τόσο ολόθερμη και γενναιόδωρη που ξεπερνάει τη φαντασία. Δεν έχω συναντήσει τόσο δοτικούς ανθρώπους. Δεν μπορεί να ήταν σύμπτωση, γιατί αυτή την αντιμετώπιση την είχαμε από όλους όσους συναντήσαμε στα διάφορα μέρη που πήγαμε.
Δεν ξέρω πού βασίζεται η εντύπωση ότι οι βόρειοι είναι ψυχροί άνθρωποι, πάντως αυτό που ζήσαμε τη διαψεύδει ολοσχερώς. Οι οικογενειακοί τους δεσμοί είναι πάρα πολύ στενοί, χωρίς να είναι πνιγηροί. Υπάρχει μεγάλη αλληλεγγύη και ταυτόχρονα διακριτικότητα. (Αυτό το εγκάρδιο στοιχείο δεν το έχω δει στα έργα του σκανδιναβικού κινηματογράφου, που δείχνουν  ακριβώς το αντίθετο για τους βόρειους, των Νορβηγών συμπεριλαμβανομένων. Είναι μάλλον λάθος να διαμορφώνεις εντύπωση για έναν χώρο από τις ταινίες που παράγει.)

Η Νορβηγία είναι μια πανέμορφη χώρα, ως γνωστόν. Με τοπία σπάνιας ομορφιάς.
Αυτό που έχει σημασία είναι ο μεγάλος σεβασμός που έχουν δείξει οι κάτοικοι στο περιβάλλον, φτιάχνοντας κατοικίες πλήρως εναρμονισμένες σε αυτό. Παρατηρήσαμε αρκετούς οικισμούς σε κάποιες πλαγιές, που δεν διακρινόταν, σαν ήταν καμουφλαρισμένοι, με τα σπίτια φτιαγμένα από ξύλο και τις στέγες καλυμμένες επίτηδες με χόρτα.


Είναι μια πλούσια χώρα καθώς αξιοποίησε έξυπνα τα πετρελαϊκά κοιτάσματά της, τα οποία αρνήθηκε να εκχωρήσει σε ξένους και τα διαχειρίστηκε η ίδια, με την κρατική εταιρία που συνέστησε. Τα κέρδη επενδύθηκαν στην ανάπτυξη του συνόλου της κοινωνίας και δεν ιδιοποιήθηκαν από λίγους, όπως έγινε στις περισσότερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες.
Το κράτος λειτουργεί υπέρ του συνόλου και ο κόσμος το εμπιστεύεται, πληρώνοντας με συνέπεια τους φόρους του και τηρώντας τους νόμους. Η συνέπεια χαρακτηρίζει και πολλούς επιχειρηματίες, που κρατάνε τις επιχειρήσεις τους στη χώρα, αρνούμενοι να πάνε σε άλλες με «φθηνότερα εργατικά χέρια». Μένουν εκεί και επενδύουν τα κέρδη τους στις επιχειρήσεις τους αντί να τα υφαρπάζουν.


Αυτό έκανε ο – μακρινός - θείος της Κατερίνας με το εργοστάσιο κατασκευής ειδών για παιδικές χαρές, που έφτιαξε ο ίδιος εκ τους μηδενός. Το κράτησε κοντά στη μικρή του πόλη και δίπλα στο σπίτι του, δουλεύοντας και επενδύοντας σε αυτό, με αποτέλεσμα να είναι σήμερα το πρώτο στη Σκανδιναβία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανεργία είναι άγνωστη. Μιλήσαμε με πολύ κόσμο και δεν συναντήσαμε ούτε έναν άνεργο, ούτε κάποιον να παραπονιέται και να μιλάει επιθετικά για τους άλλους, για το κράτος, για το σύστημα, κλπ. Είδαμε θετικότητα και καθόλου γρίνια (ούτε τη ζοχάδα που έχουν πολλοί Γερμανοί, ειδικά στο Βερολίνο).
Υπόψη ότι η Νορβηγία, πριν το 1960, θεωρείτο από τις πιο φτωχές χώρες της «Δυτικής Ευρώπης» και πολλοί είχαν φύγει μετανάστες, όπως έφυγαν οι πρόγονοι της Κατερίνας στον Καναδά προπολεμικά. Φαίνεται όμως ότι υπήρχε αναπτυγμένη κοινωνική υποδομή, παρά την οικονομική καχεξία, και έτσι όταν ήρθε το πετρέλαιο αξιοποιήθηκε κατάλληλα.

Οι εξελιγμένες κοινωνικές βάσεις φαίνονται και στην πολύ μικρή παρουσία της εκκλησίας στα δημόσια πράγματα αφού οι περισσότεροι είναι άθρησκοι και η εκκλησία λειτουργεί για τους πιστούς της, διαχωρισμένη από το κράτος.
Βέβαια, η απουσία πολεμικών συρράξεων και εμφυλίων από τη σύγχρονη ιστορία της Νορβηγίας, πέρα από τη γερμανική κατοχή, έχει συμβάλει πολύ στην ήρεμη επεξεργασία των κοινωνικών θεμάτων και στη θέσμιση ουσιαστικών δομών.
Η θέση της γυναίκας είναι ισότιμη εδώ και χρόνια, αφού η ανεξαρτησία της έχει κατακτηθεί προ πολλού.
Η παιδεία ανοιχτή σε νέα ρεύματα και ιδέες, χωρίς εθνικιστικά κολλήματα, έχει εξοπλίσει τον λαό με ένα ανώτερο επίπεδο κατάρτισης και γι’ αυτό βλέπεις ακόμη και 80χρονους αγρότες να μιλάνε αγγλικά. Η εργατικότητα και η νοικοκυροσύνη τους είναι εντυπωσιακή. Όλοι, άνδρες και γυναίκες, κάνουν δουλειές του σπιτιού και ξέρουν από μαστορέματα. Γυμνάζονται, είναι φυσιολάτρες, κάνουν ποδήλατο ακόμη και στα βουνά, ορειβατούν φορτωμένοι με τα μωρά τους στην πλάτη (και οι γυναίκες), ενώ τα μικρά τους σκαρφαλώνουν σαν κατσίκια.  

Γενικά όλα μοιάζουν τέλεια, εκτός από τον καιρό. Εμείς είχαμε την  τύχη να πέσουμε σε ηλιόλουστες μέρες, αν και τέλη Σεπτέμβρη. Γεγονός ασυνήθιστο (που μπορεί να οφείλεται στην κλιματική αλλαγή), αλλά εμάς μας βόλεψε.

Πριν φύγουμε ζήσαμε ένα διήμερο με τον τυπικό καιρό για αυτή την εποχή, βροχή, μουντάδα, υγρασία και δυνατός αέρας που σε πιρουνιάζει. Όχι ιδιαίτερα ευχάριστος. Μπορεί για αυτό οι άνθρωποι εκεί να οργανώθηκαν έτσι σοφά, ώστε να κάνουν εύκολη τη ζωή τους, ευχάριστη μεταξύ τους και λειτουργική στα σπίτια τους, αφού ο καιρός έξω ήταν ζόρικος.

Μια τέτοια χώρα θα μπορούσε να παίξει το ρόλο πρότυπου για πολλές άλλες χώρες, αρκεί να υπάρχει επαφή ανάμεσά τους, ώστε να γίνεται η ανταλλαγή πληροφοριών, εντυπώσεων και βιωμάτων μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό συμβαίνει ήδη σε κάποιο βαθμό, φυσικά.
Συμβαίνει, ούτως ή άλλως, στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο κόσμο η αλληλεπίδραση των διαφορετικών κουλτούρων. Η επιρροή βέβαια των ΗΠΑ είναι τεράστια και κυριαρχεί ως πρότυπο, χωρίς όμως να έχει να προτείνει τις ποιότητες που είδαμε στη Νορβηγία και υποθέτουμε υπάρχουν στη Σκανδιναβία γενικότερα.

Η επιστροφή μας οδικώς μέσω της Δανίας έδειξε ότι και οι Δανοί έχουν πολλά καλά να προτείνουν στην ανθρωπότητα. Αρκεί βέβαια να ξεπεράσουν και αυτοί, όπως και όλοι μας, το φόβο για το ξένο και τους ξένους, ειδικά τους πρόσφυγες.
Αυτό είναι το κρίσιμο θέμα, το προσφυγικό, που καλούνται να αντιμετωπίσουν τώρα οι  σκανδιναβικές κοινωνίες, βρίσκοντας λύσεις σοφές. Μέχρι στιγμής δυσκολεύονται και φάνηκαν τα προβλήματα με την άνοδο κάποιων εθνικιστικών κομμάτων σε αυτές. Ελπίζω να τα καταφέρουν, να απομονώσουν τους εθνικιστές και να παραμείνουν πρότυπο.

Saturday, September 14, 2019

Η κλεμμένη χαρά

Πολλοί από αυτούς που βρίσκονται κοντά στο θάνατο μάς συμβουλεύουν να χαιρόμαστε τη ζωή, όσο την έχουμε. Το αντιλαμβανόμαστε βέβαια και από μόνοι μας όταν σκεφτόμαστε το αναπόφευκτο τέλος μας. Τότε τι συμβαίνει και το ξεχνάμε; Γιατί δεν γίνεται αυτό οδηγός μας, για να χαιρόμαστε την κάθε μέρα μας;
Υποθέτω ότι αυτό οφείλεται  σε μεγάλο βαθμό στο ότι η ζωή έχει κι αυτή τις απαιτήσεις της. Χρειαζόμαστε τα  προς το ζειν, για να χαρούμε τη ζωή. Αυτά, με τη σειρά τους,  απαιτούν κόπο και προκαλούν μερικές φορές διενέξεις, αφού δεν βρισκόμαστε  σε ένα παραδείσιο τοπίο που έχει τα πάντα για όλους. Υπάρχει ένας αναγκαίος "πόνος" που πρέπει να πληρώσουμε για να χαρούμε.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε αυτό, όσο στον μη αναγκαίο πόνο, στη μη απαραίτητη λύπη και στην περιττή δυστυχία, όπου υποφέρουμε ενώ δεν υπάρχει πρακτική έλλειψη που να το δικαιολογεί.
Γνωρίζουμε όλοι από άσχημες συμπεριφορές, βία και κακεντρέχεια, ασχήμια και μιζέρια, γύρω μας και μέσα μας. Επίμονα κατάλοιπα δυστυχίας που αρνούνται να αποχωρήσουν από τη σκηνή ενώ  έχει τελειώσει ο ρόλος τους. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας σαν φαντάσματα από ένα σκοτεινό παρελθόν, τρυπώνουν στις ψυχές μας και κλέβουν τη χαρά μας. Τη χαρά που δικαιούμαστε, γιατί δουλέψαμε για αυτήν και θα έπρεπε να την έχουμε όλη δική μας. Σε αυτά πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας, να τα εντοπίσουμε και να τα ξεφορτωθούμε, για να δώσουμε στη ζωή μας τη χαρά που δικαιωματικά της ανήκει.

Friday, September 6, 2019

και αν το μέλλον είναι καλύτερο;

Το σύγχρονο πνεύμα τείνει στη δυστοπία. Φαντάζεται το μέλλον ως κάτι σκοτεινό, με την κλιματική  αλλαγή να σαρώνει τον πλανήτη, τα δάση και η άγρια ζωή να αποψιλώνονται, και οι άνθρωποι να ελέγχονται από artificial intelligent μηχανισμούς οι οποίοι θα βρίσκονται στα χέρια μιας κλίκας ολιγαρχών.
Οι ταινίες που βλέπουμε βρίθουν από δυστοπία, οι παραστάσεις είναι ντυμένες με σκούρα χρώματα, οι εκθέσεις τέχνης ηδονίζονται με ξεκοιλιάσματα, ενώ τα ντοκιμαντέρ της φύσης στην τηλεόραση καταλήγουν πλέον μόνιμα με αποστροφές για τον αδηφάγο άνθρωπο. 
Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δικαιολογούν τη δυστοπική θέαση του μέλλοντος. Βλέπουμε ήδη τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της οικολογικής ανισορροπίας. Αν σε αυτά προσθέσουμε την άνοδο των λαϊκιστών ηγετίσκων (που αρνούνται την κλιματική αλλαγή), το μέλλον δεν προοιωνίζεται ιδιαίτερα καλό.
Τα σενάρια που παίζουν είναι από κατάμαυρα ως γκρίζα. Μοιάζει σαν η φαντασία μας να αδυνατεί να συλλάβει μια καλύτερη εξέλιξη. Αυτό νομίζω ότι είναι το πιο ανησυχητικό. Διότι αν δεν μπορούμε να φανταστούμε ένα καλύτερο αύριο, τότε το χειρότερο είναι το μόνο σίγουρο.  
Πόσο σίγουρο είναι όμως στην πράξη; Οι άνθρωποι έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα ευρηματικά όντα, που ξεπέρασαν απίστευτες δυσκολίες. Γιατί να μην ξεπεράσουν κι αυτή;

Σίγουρα η πορεία των ανθρώπων δεν ήταν γραμμική προς τα πάνω. Έχουν περάσει πισωγυρίσματα και γκρεμοτσακίσματα, όμως επανήλθαν και βελτιώθηκαν, μαθαίνοντας από τα λάθη τους, αφού βέβαια έφαγα τα μούτρα τους. Έμαθαν όμως.
Φαίνεται να βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοια καμπή. Το σύστημα οδηγείται σε κατάρρευση, αν δεν αλλάξει έγκαιρα. Αν όμως αλλάξει; Είναι αμφίβολο, αλλά δεν αποκλείεται.
Τι αποκλείει τον άνθρωπο να βρει λύσεις και για το περιβάλλον και για το κλίμα και για όλα όσα κάνουν το μέλλον σήμερα να μοιάζει σκοτεινό; Μήπως πρέπει να ωθήσουμε τη φαντασία μας και προς αυτήν την κατεύθυνση;
Εγώ θα τολμήσω να φανταστώ ένα μέλλον όπου ο άνθρωπος θα έχει μάθει τόσο καλά τον πλανήτη του με όλο το οικοσύστημά του, μαζί με την ατμόσφαιρα, το κλίμα, τα βάθη των ωκεανών, τους παγετώνες και τα έγκατα της γης, που θα μπορεί να τα ρυθμίζει έτσι ώστε να είναι όλα ισορροπημένα, για να μπορεί αυτός να συγκεντρωθεί στην εξερεύνηση τους σύμπαντος. Μπορεί να πάρει καιρό, μπορεί να έχουν εντωμεταξύ βυθιστεί κάποιες περιοχές και να έχουν χαθεί κάποιοι πληθυσμοί ζώων, φυτών και ανθρώπων, αλλά  σε 100 ή 200 ή 500 άντε 1.000 χρόνια μπορεί να έχουν λυθεί όλα αυτά που σήμερα μάς φαίνονται άλυτα και μας προκαλούν απελπισία.
Να θυμίσουμε ότι κάποτε οι άνθρωποι ήταν τόσο απελπισμένοι από κάποια καταστροφικά φυσικά φαινόμενα, τα οποία απέδιδαν στην οργή των θεών, ώστε έφταναν στο σημείο να θυσιάζουν τα παιδιά τους για να κατευνάσουν τη θεία οργή.  Τώρα εμείς θυσιάζουμε την ελπίδα των παιδιών μας σε καταστροφικά σενάρια με κλιματικά και άλλα δυστοπικά φαινόμενα που εμείς προκαλούμε άρα μπορούμε κατά συνέπεια να λύσουμε, αν ενεργοποιηθούμε.

Μήπως αντί για την μοιρολατρία και την παθητικότητα, να ενεργοποιηθούμε δυναμικά, πιστεύοντας στις δυνατότητές μας και στις δυνατότητες των παιδιών μας; Σε αυτά ανήκει το αύριο, και δεν θα είναι απαραίτητα χειρότερο, επειδή εμείς τώρα, ως καταραμένοι καλλιτέχνες, βαυκαλιζόμαστε μες στον πεσιμιστικό ναρκισσισμό μας.
Το μέλλον δεν αποκλείεται να είναι καλύτερο, και εμείς εντωμεταξύ να έχουμε χάσει χρόνο μες στην παθητικότητα ενός παρόντος παραιτημένου από τη χαρά και την ελπίδα.

Monday, August 19, 2019

Δια-κρίσεις και ταυτίσεις

Σε πολλά πράματα είμαι σκράπας, αλλά ένα που κατέχω είναι το σινεμά. Όταν βλέπω μια ταινία πιάνω αμέσως πού κερδίζει και πού χάνει. Αυτό όμως δεν συμβαίνει με τις δικές μου ταινίες.  Εκεί δεν «καταλαβαίνω γρι» πού το κέρδισα και πού το έχασα. Το εντυπωσιακό είναι ότι ακόμη και όταν μου το λένε άτομα που εκτιμώ την κρίση τους, δεν καταλαβαίνω πάλι Χριστό. Τι συμβαίνει, λοιπόν, και ενώ έχω μια νομίζω καλή κινηματογραφική κρίση αυτή δεν λειτουργεί στα δικά μου έργα;

Θα μπορούσε να οφείλεται στον ναρκισσισμό μου, να νομίζω ότι έχω κάνει αριστουργήματα, που δεν σηκώνουν ψόγο, αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Δεν νομίζω ότι είμαι, σε καμία περίπτωση, μάστερ στο σινεμά και δεν διστάζω να με κατακρίνω σε πολλά ζητήματα. Όμως, για κάποιο περίεργο λόγο, η αυτοκριτική μου δεν λειτουργεί στα έργα μου.
Όταν τελειώνει το μοντάζ και μπαίνουν οι τίτλοι, εκεί σταματάει και η κριτική μου δυνατότητα. Πριν, είμαι όλος αυτιά. Ακούω παρατηρήσεις και πετάω σκηνές περιττές, χωρίς να ταυτίζομαι μαζί τους. Όταν όμως αποφασίζω ότι «το έχουμε» και μπαίνει  η σκηνοθετική υπογραφή μου, παθαίνω μια ταύτιση. Αυτό πρέπει να φταίει.
Η ταύτιση που παθαίνω δεν μου επιτρέπει να απομακρυνθώ από το έργο μου, να κρατήσω απόσταση, να το δω από μακριά και να διακρίνω τα σημεία του, καλά ή κακά. Είναι ένα ενιαίο με εμένα πράμα, αναπόσπαστο και αξεχώριστο, έτσι που δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα λάθη του, ακόμη και όταν μου τα δείχνουν με το δάχτυλο.

Αυτό μοιάζει με τους πρώτους έρωτές μου, που θαμπωνόμουν από το «ωραίο φύλο» και λάτρευα άκριτα όποιαν ήταν ωραία, ακόμη και αν αυτή ήταν εμφανώς αταίριαστη με εμένα, όπως μου υποδείκνυαν οι έμπιστοί μου. Έχει τύχει να τσακωθώ με φίλους που τόλμησαν να κρίνουν τη «σχέση μου», για να αποδειχθεί ότι είχαν δίκιο και ότι εγώ ήμουν απλά τυφλός.

Κάτι τέτοιο πρέπει να συμβαίνει και με όσες αγαπάνε τους «σατράπες» που τις ταλαιπωρούν (και παρηγορούνται με καψουροτράγουδα).
Το ίδιο και με όσους σκοτώνονται για τις ομάδες τους, αρνούμενοι ότι έχουν κάνει πέναλτι (το οποίο έχουν δει όλοι, εκτός από αυτούς).
Με τα «κομματόσκυλα» που ορκίζονται κομματική πίστη, όσες οφθαλμοφανείς αθλιότητες και αν κάνουν οι κομματάρχες τους.
Με τους Κουκουέδες που ενώ είδαν με τα ίδια τους τα μάτια τα γκούλαγκ, αυτοί έβλεπαν το «δίκιο του εργάτη».
Με τους Ελληνορθόδοξους που είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν όποιον Έλληνα δεν αποτίει τιμές κράτους στο «άγιο φως» τους, με πτήση από Ιεροσόλυμα.
Με τους συγγενείς που σπεύδουν σαν μάρτυρες υπεράσπισης στους εγκληματίες δικούς τους ανθρώπους (ψευδομαρτυρώντας υπέρ τους).
Με τους γονείς που δικαιολογούν  τα αδικαιολόγητα των παιδιών τους, που δεν θέλουν να δουν ότι το παιδί τους το έχει χάσει (κι ότι έγινε, ας πούμε, πρεζόνι, μέχρι που τους χώνει το μαχαίρι στο λαιμό για να κλέψει και τους ίδιους).

Όμως αυτές οι ταυτίσεις δεν συμβαίνουν μόνο σε κραυγαλέες περιπτώσεις όπως οι παραπάνω. Εργάτες ταυτίζονται με τις επιχειρήσεις που δουλεύουν, παραγωγοί με τα προϊόντα τους, επιστήμονες με τον κλάδο τους, καλλιτέχνες με την τέχνη τους, κλπ.

Μια σειρά από αδιάσπαστους δεσμούς ταυτίζουν υποκείμενα με αντικείμενα σε κατηγορηματικές προτάσεις που δεν επιτρέπουν να εισχωρήσει κανένα ρήμα και καμία αναρώτηση εκτός του «είναι»: εγώ «είμαι» αυτό και τέλος.

Ως ένα βαθμό αυτό είναι θεμιτό. Το εγώ δεν μπορεί να σταθεί από μόνο του. Πρέπει να ταυτίζεται με κάτι, να ενσωματώνεται με αυτό, για να αποκτάει ισχύ και υπόσταση (πχ. το πνεύμα με το σώμα). Ακόμη, πολλά έργα θα ήταν αδύνατον να διεκπεραιωθούν χωρίς την ταύτιση του δημιουργού με το αντικείμενό του. Η αυτοθυσία που πολλές φορές απαιτείται για να γίνουν δύσκολα πράγματα, να πραγματοποιηθούν αριστουργήματα, να ανακαλυφθούν αλήθειες, να γίνουν επαναστάσεις ή και να γεννηθούν και να μεγαλώσουν παιδιά, προϋποθέτει μιαν αδιαπραγμάτευτη ταύτιση.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν οι ταυτίσεις δεν προέρχονται από ένα εγώ που έχει βρει στοιχειωδώς τον εαυτό του και ταυτίζεται με κάτι άλλο, που του αναλογεί, για να σταθεί.  Όταν το εγώ είναι παντελώς αδούλευτο και αρπάζεται από ότι υπάρχει γύρω του για να τη βγάλει λαθραία, τότε οι ταυτίσεις που μετέρχεται δεν είναι ιδιαίτερα υγιείς και θεμιτές. Η νοσηρότητα και η επικινδυνότητά τους διαφέρει ανάλογα με το ψέμα που μετέρχονται τα άτομα. Μπορεί να είναι από σχετικά ανώδυνη (να αρνείσαι το πέναλτι) μέχρι πολύ επικίνδυνη (όπως συνέβη με την ταύτιση των Γερμανών με το ναζισμό).

Είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε τις ταυτίσεις που εξυπηρετούν οι διάφορες μορφές που παίρνουν τα πράγματα. Πέρα από το να τα κρίνουμε αυτά καθαυτά, είναι κρίσιμο να διακρίνουμε την ταύτιση που υπηρετούν και εκεί να εισχωρήσουμε, για να απελευθερώσουμε τις δημιουργικές δυνάμεις που βρίσκονται πιθανόν εγκλωβισμένες σε αυτά, αναπαράγοντας λάθη, που αδυνατούμε να δούμε.

ΥΓ. Όσον αφορά τη δική μου περίπτωση, νομίζω ότι το ψέμα που μετέρχομαι είναι ότι υποκρίνομαι ότι ταυτίζομαι με το σινεμά, ενώ μου είναι σχετικά αδιάφορο, μπροστά στη φιλοσοφία, για την οποία όμως δεν έχω τα φόντα. Η ψευδοταύτιση που ζω συσκοτίζει την κρίση μου για τα έργα μου και δεν μπορώ να διακρίνω το λάθος, αφού δεν έχω τη δύναμη να πράξω το σωστό.

Sunday, August 18, 2019

Το πλέγμα του κόσμου / Η ανάγκη να ανήκεις


Βρέθηκα κάποιο σούρουπο σε μία πόλη, όπου δεν ήξερα κανέναν. Δεν περίμενα κάποιον να έρθει, ούτε πήγαινα κάπου. Ήμουν εκεί ξεκρέμαστος, στο κενό, χωρίς προορισμό. 
Οι άνθρωποι γύρω μου πήγαιναν σπίτια τους ή έβγαιναν έξω. Ακολουθούσαν συγκεκριμένες τροχιές, σαν αόρατα νήματα να τους κινούν. Νήματα που συνέδεαν τον καθένα με τον κόσμο στον οποίον ανήκε (κόσμο της δουλειάς του ή του σπιτιού του ή των φίλων του). 
Εγώ, από την άλλη, ένιωθα ξεκομμένος. Η δουλειά μου δεν με είχε συνδέσει ακόμα με κανέναν κόσμο και ήμουν σαν απόκληρος. Το σπίτι μου ήταν μακριά και οι φίλοι μου έλειπαν.
 Κατάλαβα, μέσα από αυτό το στιγμιαίο κενό, πόσο σημαντικό είναι το πλέγμα που συνδέει τον καθένα με τους άλλους και τον κάνει να νιώθει ότι ανήκει κάπου, ότι είναι μέρος ενός συνόλου, ότι αποτελεί έναν πόντο στο πλεκτό του σύμπαντός του. Ας μην είναι και κάτι μεγάλο, ας είναι ένας μικρόκοσμος, αρκεί να είναι ένας ιστός σχέσεων που πλέκει τα εγώ σε έναν καμβά κεντημένο ανάμεσά τους.
Οι πωλήτριες είναι μέρος του εμπορικού κέντρου που δουλεύουν, οι οδηγοί των λεωφορείων συνδέονται στις συγκεντρώσεις του σωματείου τους και οι Άραβες ταξιτζήδες ανήκουν στις αραβικό κόσμο της πόλης.  Όλοι αυτοί ανοίγουν τα μαγαζιά τους, βάζουν μπροστά τις μηχανές τους και ξεκινάνε τις δουλειές τους για να κεντήσουν τον ιστό της ημέρας που θα κρατήσει το πλέγμα του κόσμου τους συνδεδεμένο και στέρεο. Προσφέρουν σε αυτό και παίρνουν από αυτό στήριξη. Αυτό το πλέγμα συγκρατεί την υπόστασή τους. Χωρίς αυτό, θα έπεφταν στο κενό.
Σκέφτηκα πόσο τρομακτικό αίσθημα πρέπει να είναι αυτό της αποσύνδεσης που νιώθουν όσοι βιώνουν διαταραχές (εσωτερικές ή εξωτερικές) που τους αποκόπτουν από οποιονδήποτε κόσμο. 
Ένιωσα το κενό να με απειλεί. Έπρεπε να συνδεθώ άμεσα με κάποιον κόσμο.